Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

Αθησαύριστα

Ξενιστής μιας θάλασσας μαραζιάρας
Πότε ανταριάζει πότε αποτραβιέται
Σα σκυλί που τ’ αγγρίζουν
Γλύφει όσα δεν λιώνει
Παρά ο πανδαμάτωρ
Η αγυιά μου στα σπουδαία
σχοινί τεντωμένο
η φασολιά του Τζακ υλοτομήθηκε
παριστάνω τα ρογκαστάρια
Πάνω σε καραβοκούφαρα
σχίζες μαγδαλένιες
οξειδωμένες γοργόνες
κρανία σφηνωμένα σε περικεφαλαίες
Με τέτοια μαλάγρα αλιεύεις κήτη αβυσσαλέα
Κι όσο να πεις δεν μου λείπει ούτε αχίλλειος πτέρνα ούτε παλάμη
Μια πεταλούδα αγλαΐζει την τύχη μου
ένας σκώληκας ρουφάει το μυελό μου
Γέρασε κι ο Ηρόστρατος
Τι άλλο να σκαρφιστείς για να αποφύγεις το γήρας
Με θρυμματισμένες υποσχέσεις
Αμμοσκεπάζονται οι βυθοί
Κι έπειτα από τόσες ορκωμοσίες
ξυπνώ με πάχος απροσμέτρητο
κρεμασμένα μάγουλα
πρησμένο υπογάστριο
τσιτωμένες από το λίπος μετωπιαίες αυλακιές
χωρίς χάρτη πώς να βρω τον κρυμμένο θησαυρό
ανασχηματίζομαι σε φάλαινα
μου πέφτουν τα δόντια
βγάζω μπαλένα
Αρκούμαι σε πλαγκτόν κι αναρροφήσεις
Τέρμα στο μονόζυγο στις τεθλασμένες γραμμές της Κασσιόπης
Αποχαιρετισμός στη συμμετρία των μαιάνδρων
Αναπτύσσω τάση πτωτική
δίχως πάταγο
Λες κι η πτώση μου δεν υπήρξε ποτέ
Κάποτε μ’ έλεγαν Ήβη
Τώρα μοιράζω μακαριά σε νεκρόδειπνα
Και ραίνω μανουσάκια
Να μη μυρίζω τη μούχλα
Δεν εικάζω καμία κατάληξη
άλλωστε ποιο μάκτρο να σαρώσει τόσα θραύσματα
ως και η Ρέα άσπρισε
στου Κρόνου τ’ αποφάγια
η Μαγεδδώ εάλω
κι η κόρη της Ζαχά δεν γνώρισε άλλη Χαλιμά
πέρα από τη σφεντόνα της.

Παραμένουν αθησαύριστα:
Η τσίπα των αγχέμαχων
Η οσμή παίκτη ρώσικης ρουλέτας
Το απλανές βλέμμα του στυλίτη
Τα σφιγμένα σαγόνια του εχέμυθου
η ελπίδα μιας Αιθιόπισσας την ώρα που κόβει με τα δόντια το λώρο της.