Ξενιστής μιας θάλασσας μαραζιάρας
Πότε ανταριάζει πότε αποτραβιέται
Σα σκυλί που τ’ αγγρίζουν
Γλύφει όσα δεν λιώνει
Παρά ο πανδαμάτωρ
Η αγυιά μου στα σπουδαία
σχοινί τεντωμένο
η φασολιά του Τζακ υλοτομήθηκε
παριστάνω τα ρογκαστάρια
Πάνω σε καραβοκούφαρα
σχίζες μαγδαλένιες
οξειδωμένες γοργόνες
κρανία σφηνωμένα σε περικεφαλαίες
Με τέτοια μαλάγρα αλιεύεις κήτη αβυσσαλέα
Κι όσο να πεις δεν μου λείπει ούτε αχίλλειος πτέρνα ούτε παλάμη
Μια πεταλούδα αγλαΐζει την τύχη μου
ένας σκώληκας ρουφάει το μυελό μου
Γέρασε κι ο Ηρόστρατος
Τι άλλο να σκαρφιστείς για να αποφύγεις το γήρας
Με θρυμματισμένες υποσχέσεις
Αμμοσκεπάζονται οι βυθοί
Κι έπειτα από τόσες ορκωμοσίες
ξυπνώ με πάχος απροσμέτρητο
κρεμασμένα μάγουλα
πρησμένο υπογάστριο
τσιτωμένες από το λίπος μετωπιαίες αυλακιές
χωρίς χάρτη πώς να βρω τον κρυμμένο θησαυρό
ανασχηματίζομαι σε φάλαινα
μου πέφτουν τα δόντια
βγάζω μπαλένα
Αρκούμαι σε πλαγκτόν κι αναρροφήσεις
Τέρμα στο μονόζυγο στις τεθλασμένες γραμμές της Κασσιόπης
Αποχαιρετισμός στη συμμετρία των μαιάνδρων
Αναπτύσσω τάση πτωτική
δίχως πάταγο
Λες κι η πτώση μου δεν υπήρξε ποτέ
Κάποτε μ’ έλεγαν Ήβη
Τώρα μοιράζω μακαριά σε νεκρόδειπνα
Και ραίνω μανουσάκια
Να μη μυρίζω τη μούχλα
Δεν εικάζω καμία κατάληξη
άλλωστε ποιο μάκτρο να σαρώσει τόσα θραύσματα
ως και η Ρέα άσπρισε
στου Κρόνου τ’ αποφάγια
η Μαγεδδώ εάλω
κι η κόρη της Ζαχά δεν γνώρισε άλλη Χαλιμά
πέρα από τη σφεντόνα της.
Παραμένουν αθησαύριστα:
Η τσίπα των αγχέμαχων
Η οσμή παίκτη ρώσικης ρουλέτας
Το απλανές βλέμμα του στυλίτη
Τα σφιγμένα σαγόνια του εχέμυθου
η ελπίδα μιας Αιθιόπισσας την ώρα που κόβει με τα δόντια το λώρο της.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006
Λαζαρίνες
Οι μέρες ανεβοκατεβαίνουν με κυλιόμενες σκάλες
σε πολυκαταστήματα με λαμπιόνια
Άλλοτε ιερόδουλες στη Σόλωνος
Δεν εκπορνεύονται
Τις εκπορνεύουν
Λίγοι βαθμοί πάνω λίγοι κάτω
Το Ουίσκι του εικοσιτετραώρου είναι ένα όπως και να έχει
Διαφεύγει της υλοφροσύνης
Όπως η πραγματικότητα της προσοχής μου
η χιονόκοτα της αλεπούς
ο βιαστικός το ανεμοβρόχι
Βέβαια ήμουν εκεί, θα λέω
αυτό είναι αδιαμφισβήτητο
οι μέρες
χαράχτηκαν στα πέλματά μου
όπως τα ονόματα των κοριτσιών στον Κλήδωνα
για να ξαναδιαβαστούν θα τις αλείψω στάχτη
νυχτερινή σα σονέτο του Chopin
κι έπειτα λαλίστατες θα μιλούν για όσα λησμονήθηκαν
γηραιές σοπράνο στις τελευταίες των ημερών τους
οι μέρες βρέχουν μπαρμπούνια
σε ορεινά λιθόστρωτα
σπαρταριστές και σπάνιες
παιδίσκες Λαζαρίνες
με ροδοπέταλα και κάλαντα
γαργαλούν τον αγερμό της κάθε Άνοιξης
και παίζοντας κουτσό,
παράπονο ουδέν,
μετρούν τη μοναξιά τους
στην αμεριμνησία μας.
σε πολυκαταστήματα με λαμπιόνια
Άλλοτε ιερόδουλες στη Σόλωνος
Δεν εκπορνεύονται
Τις εκπορνεύουν
Λίγοι βαθμοί πάνω λίγοι κάτω
Το Ουίσκι του εικοσιτετραώρου είναι ένα όπως και να έχει
Διαφεύγει της υλοφροσύνης
Όπως η πραγματικότητα της προσοχής μου
η χιονόκοτα της αλεπούς
ο βιαστικός το ανεμοβρόχι
Βέβαια ήμουν εκεί, θα λέω
αυτό είναι αδιαμφισβήτητο
οι μέρες
χαράχτηκαν στα πέλματά μου
όπως τα ονόματα των κοριτσιών στον Κλήδωνα
για να ξαναδιαβαστούν θα τις αλείψω στάχτη
νυχτερινή σα σονέτο του Chopin
κι έπειτα λαλίστατες θα μιλούν για όσα λησμονήθηκαν
γηραιές σοπράνο στις τελευταίες των ημερών τους
οι μέρες βρέχουν μπαρμπούνια
σε ορεινά λιθόστρωτα
σπαρταριστές και σπάνιες
παιδίσκες Λαζαρίνες
με ροδοπέταλα και κάλαντα
γαργαλούν τον αγερμό της κάθε Άνοιξης
και παίζοντας κουτσό,
παράπονο ουδέν,
μετρούν τη μοναξιά τους
στην αμεριμνησία μας.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006
Γενέθλιο
Υψιπετής και συναχωμένη
Έχει υγρασία στα νέφη
Κεραυνοί και άγρια ζώα
Πότε στο νεφέλωμα πότε στα σπήλαια
Κάπου εκεί κρύβομαι
Από λασπόνερα, ονειρώξεις και γιαταγάνια
Φτιάχνω το δόρυ μου από κυνόδοντες
Το θέλω μικρό μικρούτσικο
Να χωρά στις κόγχες
Βηματισμοί αμέριμνοι σε σχήμα Γ
Μιας αλογόκουρσας σε μονόχρωμη σκακιέρα
Ποιος είπε πως το παιχνίδι δεν είναι σικέ;
Ο Βαγιέχο πάντως όχι.
Διαφανίζονται οι ιστορίες και οι μύθοι
Περνώ από μέσα τους
Όπως από την πύλη των λεόντων
Νυχοπατώντας κι ασθμαίνοντας
Μην τυχόν και ξυπνήσουν
Όσες αναμετρήσεις με το άπειρο
ήττες τόσες
που έγινε παιχνίδι
κι αν δεν τραμπαλιστείς κάθε βράδυ
το έρεβος το πρωί δεν σου τη χαρίζει
τώρα τα θυμάμαι όλα
Χαροκόπια στις αυλές
Περνά περνά η μέλισσα
Γέλια πνιγμένα κάτω από σεντόνια
Και μπουγέλα στις στέρνες
γόνατα ματωμένα
και πισινά μπλαβί
η Χούντα του παγωτού
Μυρμηγκοφωλιές χαλάσματα
Μόνο από περιέργεια
Και μύγες άπτερες
Σαν νίκες
Να ψελλίζουν το veni vidi vici μας
Έπειτα έμαθα πώς
Τα πυροφάνια νικιούνται από τρικυμίες
Και τα καϊμάν απ’ την ξηρασία
Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ
Παρά τα ληξιαρχεία και τις σαφείς ενδείξεις
Κι όσο για τη σαφήνεια ποτέ δε με ξελόγιασε
Ούτε σαν τον Ασουάν, ούτε σαν τα ψέματα του Πινόκιο
Ούτε σαν τα καπέλα των δανδήδων
Μπωντλαίρ και Φλωμπέρ γωνία
Βρήκα τη λύση όμως
Κι ας μην πήρα τους δρόμους γυμνή με σαπουνάδες
Στοιχίζω μολύβια στο γραφείο μου
Τα δαγκώνω στην άκρη, δεν τα αφήνω να ψηλώσουν ούτε πήχη
Σαν ολυμπιονίκες της ρυθμικής,
Έπειτα είναι έτοιμα για φονικά και βραδινά λάφυρα
Κι ακόμη τη σφαγή
του κατεργάρη που τρύπωνει απ’ τη γρίλια
κάθε σούρουπο
αυτόν που σηκώνει το φρύδι του σε κάθε γιορτή
Κι ας κάνω ότι δεν τον βλέπω
Τον οσφραίνομαι
Σαν την κολόνια που φόραγε η γιαγιά
Σαν το πελεκημένο δάχτυλο του ξυλοκόπου
Σαν τα μαύρα νύχια του ανθρακωρύχου από το Γκντανσκ.
Έχει υγρασία στα νέφη
Κεραυνοί και άγρια ζώα
Πότε στο νεφέλωμα πότε στα σπήλαια
Κάπου εκεί κρύβομαι
Από λασπόνερα, ονειρώξεις και γιαταγάνια
Φτιάχνω το δόρυ μου από κυνόδοντες
Το θέλω μικρό μικρούτσικο
Να χωρά στις κόγχες
Βηματισμοί αμέριμνοι σε σχήμα Γ
Μιας αλογόκουρσας σε μονόχρωμη σκακιέρα
Ποιος είπε πως το παιχνίδι δεν είναι σικέ;
Ο Βαγιέχο πάντως όχι.
Διαφανίζονται οι ιστορίες και οι μύθοι
Περνώ από μέσα τους
Όπως από την πύλη των λεόντων
Νυχοπατώντας κι ασθμαίνοντας
Μην τυχόν και ξυπνήσουν
Όσες αναμετρήσεις με το άπειρο
ήττες τόσες
που έγινε παιχνίδι
κι αν δεν τραμπαλιστείς κάθε βράδυ
το έρεβος το πρωί δεν σου τη χαρίζει
τώρα τα θυμάμαι όλα
Χαροκόπια στις αυλές
Περνά περνά η μέλισσα
Γέλια πνιγμένα κάτω από σεντόνια
Και μπουγέλα στις στέρνες
γόνατα ματωμένα
και πισινά μπλαβί
η Χούντα του παγωτού
Μυρμηγκοφωλιές χαλάσματα
Μόνο από περιέργεια
Και μύγες άπτερες
Σαν νίκες
Να ψελλίζουν το veni vidi vici μας
Έπειτα έμαθα πώς
Τα πυροφάνια νικιούνται από τρικυμίες
Και τα καϊμάν απ’ την ξηρασία
Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ
Παρά τα ληξιαρχεία και τις σαφείς ενδείξεις
Κι όσο για τη σαφήνεια ποτέ δε με ξελόγιασε
Ούτε σαν τον Ασουάν, ούτε σαν τα ψέματα του Πινόκιο
Ούτε σαν τα καπέλα των δανδήδων
Μπωντλαίρ και Φλωμπέρ γωνία
Βρήκα τη λύση όμως
Κι ας μην πήρα τους δρόμους γυμνή με σαπουνάδες
Στοιχίζω μολύβια στο γραφείο μου
Τα δαγκώνω στην άκρη, δεν τα αφήνω να ψηλώσουν ούτε πήχη
Σαν ολυμπιονίκες της ρυθμικής,
Έπειτα είναι έτοιμα για φονικά και βραδινά λάφυρα
Κι ακόμη τη σφαγή
του κατεργάρη που τρύπωνει απ’ τη γρίλια
κάθε σούρουπο
αυτόν που σηκώνει το φρύδι του σε κάθε γιορτή
Κι ας κάνω ότι δεν τον βλέπω
Τον οσφραίνομαι
Σαν την κολόνια που φόραγε η γιαγιά
Σαν το πελεκημένο δάχτυλο του ξυλοκόπου
Σαν τα μαύρα νύχια του ανθρακωρύχου από το Γκντανσκ.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006
Ιωνία
Την Ιωνία που να τη βάλω;
Κάθεται προσωρινά σ’ένα σκοροφαγωμένο θρανίο
Ιχνογραφώντας το χάρτη της
Στρέφει το κεφάλι σαν χαλασμένη πυξίδα
Ποιος ο βοράς και ποιος ο νότος
Που είναι η δύση και που η ανατολή;
Η Ιωνία όταν εκπαιδεύεται
Είναι σαν τη Ρίτα
Δεν το κάνει από πειθαρχία
Το κάνει από πόθο
Ο Αλμπέρ μου το ’πε ξεκάθαρα
Το ταλέντο είν’ ένα τίποτα μπροστά στη θέληση
Και τελικά ταλέντο είναι μόνο η θέληση
Κι όχι το νόμισμά της
Χωρίς φιοριτούρες
Χωρίς παράπονα
Δρασκελίζει τη σκάλα που πάει στη σοφίτα
Αλλά φτάνει στο κατώι
Είπα να τη φιλοξενήσω
Δε βρήκα τόπο να τη βάλω
Και για να μου μάθει
Με φίλεψε εκείνη
Ξανά και ξανά
Λουκούμι με ζάχαρη άχνη
Λικέρ με πικραμύγδαλο
Μάθηση χωρίς πάθος δε λέγεται μάθηση
Γιατί η ρομποτική λογίζεται γι’ άλλη επιστήμη
Μαϊμουδίζεις και πας
Κι αυτό είναι μίμησις πράξεως
Που δε θα γίνει ποτέ σπουδαία και τελεία.
Κάθεται προσωρινά σ’ένα σκοροφαγωμένο θρανίο
Ιχνογραφώντας το χάρτη της
Στρέφει το κεφάλι σαν χαλασμένη πυξίδα
Ποιος ο βοράς και ποιος ο νότος
Που είναι η δύση και που η ανατολή;
Η Ιωνία όταν εκπαιδεύεται
Είναι σαν τη Ρίτα
Δεν το κάνει από πειθαρχία
Το κάνει από πόθο
Ο Αλμπέρ μου το ’πε ξεκάθαρα
Το ταλέντο είν’ ένα τίποτα μπροστά στη θέληση
Και τελικά ταλέντο είναι μόνο η θέληση
Κι όχι το νόμισμά της
Χωρίς φιοριτούρες
Χωρίς παράπονα
Δρασκελίζει τη σκάλα που πάει στη σοφίτα
Αλλά φτάνει στο κατώι
Είπα να τη φιλοξενήσω
Δε βρήκα τόπο να τη βάλω
Και για να μου μάθει
Με φίλεψε εκείνη
Ξανά και ξανά
Λουκούμι με ζάχαρη άχνη
Λικέρ με πικραμύγδαλο
Μάθηση χωρίς πάθος δε λέγεται μάθηση
Γιατί η ρομποτική λογίζεται γι’ άλλη επιστήμη
Μαϊμουδίζεις και πας
Κι αυτό είναι μίμησις πράξεως
Που δε θα γίνει ποτέ σπουδαία και τελεία.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006
Ζεϊμπέκικο
Ωσάν Ζορμπάς εν ώρα ζεϊμπέκικου,
χάνω και βρίσκω το τέμπο,
κραδαίνω μαχαίρια,
μπαινοβγαίνω στις νότες,
ασελγώ στο ρυθμό,
περιστρέφομαι δερβίσης στο ένα πόδι
χαράσσω αρχιμήδειους κύκλους
απώτερος σκοπός να τους αναταράξω,
παίρνω τις ανάλιες μου με φάτσα κατηφή
αναπηδώ
μπας κι αποτάξω το χαλινό του ημιόνου,
τινάζω απ΄τα μέλη το μέλι του ύπνου μου,
σηκώνω με τα δόντια το ξύλινο τραπέζι,
μια ακίδα τρυπά το κάτω χείλος
ο κόσμος να χαλάσει θα απιθώνω το ποτήρι μου στο κεφάλι
να τιμωρήσει το πιοτί
στάλα τη στάλα με κινέζικο βασανιστήριο
τ’ όνειρα τ’ αξημέρωτα
Τα όνειρα τα τεμπέλικα...
χάνω και βρίσκω το τέμπο,
κραδαίνω μαχαίρια,
μπαινοβγαίνω στις νότες,
ασελγώ στο ρυθμό,
περιστρέφομαι δερβίσης στο ένα πόδι
χαράσσω αρχιμήδειους κύκλους
απώτερος σκοπός να τους αναταράξω,
παίρνω τις ανάλιες μου με φάτσα κατηφή
αναπηδώ
μπας κι αποτάξω το χαλινό του ημιόνου,
τινάζω απ΄τα μέλη το μέλι του ύπνου μου,
σηκώνω με τα δόντια το ξύλινο τραπέζι,
μια ακίδα τρυπά το κάτω χείλος
ο κόσμος να χαλάσει θα απιθώνω το ποτήρι μου στο κεφάλι
να τιμωρήσει το πιοτί
στάλα τη στάλα με κινέζικο βασανιστήριο
τ’ όνειρα τ’ αξημέρωτα
Τα όνειρα τα τεμπέλικα...
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 06, 2006
Τα Σεπτεμβριανά
Και για να επανέλθω με τα οπίσθια στη μάνα γη…
Σεπτέμβριος εεεεε;
Τι ρομαντικός μήνας εεεεεε;
Όχι, δεν γκρινιάζω!
Τι; Επειδή δεν πήγα ακόμη ούτε σε μια συναυλία;
Αηδίες…
Ξυπνάω σήμερα στις 10, με ένα κεφάλι καζάνι από τα χθεσινά τζιν τόνικ στο Τoy όπου απολάμβανα το προγραμματάκι του Θανάση του Μήνα και τα ’λεγα μ’ ένα φίλο άρτι χωρισθέντα καταστρώνοντας σχέδια ανήθικα για το πώς να ξανακερδίσει τη γυναίκα της ζωής του….
Ωραία.
Άνευ τροφής όλη μέρα –ψέματα μασούλισα σκαστή απ΄τη δουλειά πένες με τόνο αλλά αυτό δεν το θεωρώ φαγητό η φαγάνα- ρούφηξα κι εγώ τρία ποτά και μια μπίρα και με ρούφηξαν οι τσούχτρες…
Φεύγω λοιπόν απ’ το σπίτι σήμερα το πρωί –ευτυχώς ξύπνησα με τα νιάου γιατί το ξυπνητήρι το πέταξα στον απόπατο; Στο φωταγωγό;- άπλυτη κι αχτένιστη, το συνολάκι δε που φόρεσα εξαίρετο…σαν ψαράς μετά από επιτυχές ξεψάρισμα αθερινόδιχτου
Είχα να διανύσω απόσταση σε νοητή ευθεία 2 χιλιομέτρων
Δεν περνά συγκοινωνία επί 20λεπτο
Το κόβω με το πόδι
Πρώτη στάση ΟΑΕΔ
Μόνο την Τασούλα από τον Ορχομενό δεν είδα στο δρόμο
30 λεπτά καθυστέρηση
Το ξανακόβω με το πόδι
Τράπεζα
Περιμένω 30 λεπτά
Βγαίνω να χαζέψω με το χαρτάκι άντε να μην πω που, λέω να δω για κανα ζευγάρι γόβες, κουμπάρα θα γίνω την τύχη μου την ξελογιάστρα
-απεχθάνομαι την περιήγηση σε βιτρίνες, τα δοκιμαστήρια, τις ηλίθιες τιμές και τις πωλήτριες που προσπαθούν να σε πείσουν ότι είσαι η Σίντι Κρόφορντ-
Βγαίνω θαμπωμένη από τα απαστράπτοντα νέα look γόβας, μια που να μην είναι χρυσαφί, ασημί και με πέρλες να μεγάλες σα ροδάκινα, δεν είδα
Ξαναμπαίνω στην τράπεζα
Κουβεντολόι της ταμίας με μια κυρία –θεία, γειτόνισσα- ίσαμε 10 λεπτά –εγώ να ξεροβήχω για να γίνω αντιληπτή με κομψό τρόπο και δώστου να τραντάζεται το μεθυσμένο μου κεφάλι, να ψάχνω ντεπόν στην τσάντα κι εκτός από σκουπίδια και σκουπιδάκια να μη βρίσκω τίποτα…την ακαταστασία μου….
Χωρίς να σιχτιρίσω φεύγω αφού έκανα –ω ναι!- τη δουλειά μου
Περιμένω το λεωφορείο
Μπουκάρω μέσα σα μαούνα που τη έδειραν τα κύματα
Όρθια ΟΚ
Με σεξουαλικά πεινασμένο διπλανό
Του τη λέω δυνατά
ΟΚ
Με αγκωνιάζει μια γιαγιούλα
ΟΚ
Με σπρώχνουν με πατάνε
ΟΚ
Μιλιά
Έχουμε κι ένα επίπεδο…
Κατεβαίνω «περιχαρής» σε βαθμό κακουργήματος
Φτάνω στη δουλειά
Οργασμός και πυρετός το σαββατόβραδο
Όλοι επέστρεψαν κι ακόμη πιο πολλοί
Αλλαγές στο πλάνο 186,5 φορές
Μιλούν δυνατά
Ακούω dolby stereo EN ΛΕΥΚΩ κι απ’ το ατελιέ Πετρέλη
Εννοείται η τηλεόραση στη διαπασών με ειδήσεις πρώτες κιόλας! Περί της εξομολόγησης μικρών παιδιών, πρόβλημα κι αυτό ρε παιδί μου…
Εξομολογήσεις αρχιμανδριτάδων ενθυμούμενων την παιδική τους ηλικία στο κατηχητικό
Έλεοοοοος!
Tέλος πάντων the show must go on
Δεν αναφέρω το μπλοκάρισμα του δικτύου και του εκτυπωτή…
Όχι δεν επιμένω…
Κερασάκι στην τούρτα η μανούλα η οποία ακούει τα γνωστά μπινελίκια ως απάντηση στο τι έφαγα, τι θα φάω, τι φαγητό να μου φτιάξει για τις δύσκολες μέρες που περνάω, μου έφτιαξε χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι που στη μεταβρεφική ηλικία μου άρεσε θυμάται –έκτοτε δεν έχω ματαφάει γιατί το απεχθάνομαι-, πότε θα με δει, βρήκε ένα φουστάνι ξεχασμένο στη ντουλάπα κι άλλα ενδιαφέροντα
Στο καπάκι, έτσι βρε για να μην ξεφεύγουμε, καβγάς με sms –περί τα 50 μηνύματα λέμε τώρα- με κολλητή που τα έχει παίξει –για άσχετο λόγο- λέει όμως ότι παρεξηγήθηκε γιατί δεν της έφτασε το προσκλητήριο του γάμου του οποίου είμαι κουμπάρα
Οχτακόσια τηλέφωνα προς ανεύρεση του προσκλητηρίου
Δεν υπάρχει Θεόοοοος;
Ακόμη είμαι στη δουλειά, εννοείται…
Σε λίγο θα πάω να πάρω το λεωφορείο το οποίο θα με πάει αισίως σπίτι, το οποίο θα θυμίζει τσιγγαναριό κι ο νεροχύτης θα αναδίδει ένα διακριτικό odeur
Ο καλός μου απ’ ότι μαθαίνω είχε μια εξίσου αριστουργηματική ημέρα…
Εννοείται ότι δεν πήγα στη συναυλία των Ska Cubano
Εννοείται ότι δεν πήγα να δω τους Πέρσες του Αισχύλου τους χιλιοθαμμένους που από περιέργεια και μόνο ήθελα να δω
Όχι βρε κουτά!
Δε γκρινιάζω!
Σας τα λέω για να ευθυμήσετε!
Να δείτε πόσο πιο εύκολη μέρα από σας ΔΕΝ έχουν κάποιοι άλλοι…
Κι άλλωστε που να εκτονωθώ η σιτεμένη μοσχάρα με το νευρικό μου σύστημα το διαμελισμένο σε τσίτι πανηγυριώτικο;
Και μη χειρότερα…
Σεπτέμβριος εεεεε;
Τι ρομαντικός μήνας εεεεεε;
Όχι, δεν γκρινιάζω!
Τι; Επειδή δεν πήγα ακόμη ούτε σε μια συναυλία;
Αηδίες…
Ξυπνάω σήμερα στις 10, με ένα κεφάλι καζάνι από τα χθεσινά τζιν τόνικ στο Τoy όπου απολάμβανα το προγραμματάκι του Θανάση του Μήνα και τα ’λεγα μ’ ένα φίλο άρτι χωρισθέντα καταστρώνοντας σχέδια ανήθικα για το πώς να ξανακερδίσει τη γυναίκα της ζωής του….
Ωραία.
Άνευ τροφής όλη μέρα –ψέματα μασούλισα σκαστή απ΄τη δουλειά πένες με τόνο αλλά αυτό δεν το θεωρώ φαγητό η φαγάνα- ρούφηξα κι εγώ τρία ποτά και μια μπίρα και με ρούφηξαν οι τσούχτρες…
Φεύγω λοιπόν απ’ το σπίτι σήμερα το πρωί –ευτυχώς ξύπνησα με τα νιάου γιατί το ξυπνητήρι το πέταξα στον απόπατο; Στο φωταγωγό;- άπλυτη κι αχτένιστη, το συνολάκι δε που φόρεσα εξαίρετο…σαν ψαράς μετά από επιτυχές ξεψάρισμα αθερινόδιχτου
Είχα να διανύσω απόσταση σε νοητή ευθεία 2 χιλιομέτρων
Δεν περνά συγκοινωνία επί 20λεπτο
Το κόβω με το πόδι
Πρώτη στάση ΟΑΕΔ
Μόνο την Τασούλα από τον Ορχομενό δεν είδα στο δρόμο
30 λεπτά καθυστέρηση
Το ξανακόβω με το πόδι
Τράπεζα
Περιμένω 30 λεπτά
Βγαίνω να χαζέψω με το χαρτάκι άντε να μην πω που, λέω να δω για κανα ζευγάρι γόβες, κουμπάρα θα γίνω την τύχη μου την ξελογιάστρα
-απεχθάνομαι την περιήγηση σε βιτρίνες, τα δοκιμαστήρια, τις ηλίθιες τιμές και τις πωλήτριες που προσπαθούν να σε πείσουν ότι είσαι η Σίντι Κρόφορντ-
Βγαίνω θαμπωμένη από τα απαστράπτοντα νέα look γόβας, μια που να μην είναι χρυσαφί, ασημί και με πέρλες να μεγάλες σα ροδάκινα, δεν είδα
Ξαναμπαίνω στην τράπεζα
Κουβεντολόι της ταμίας με μια κυρία –θεία, γειτόνισσα- ίσαμε 10 λεπτά –εγώ να ξεροβήχω για να γίνω αντιληπτή με κομψό τρόπο και δώστου να τραντάζεται το μεθυσμένο μου κεφάλι, να ψάχνω ντεπόν στην τσάντα κι εκτός από σκουπίδια και σκουπιδάκια να μη βρίσκω τίποτα…την ακαταστασία μου….
Χωρίς να σιχτιρίσω φεύγω αφού έκανα –ω ναι!- τη δουλειά μου
Περιμένω το λεωφορείο
Μπουκάρω μέσα σα μαούνα που τη έδειραν τα κύματα
Όρθια ΟΚ
Με σεξουαλικά πεινασμένο διπλανό
Του τη λέω δυνατά
ΟΚ
Με αγκωνιάζει μια γιαγιούλα
ΟΚ
Με σπρώχνουν με πατάνε
ΟΚ
Μιλιά
Έχουμε κι ένα επίπεδο…
Κατεβαίνω «περιχαρής» σε βαθμό κακουργήματος
Φτάνω στη δουλειά
Οργασμός και πυρετός το σαββατόβραδο
Όλοι επέστρεψαν κι ακόμη πιο πολλοί
Αλλαγές στο πλάνο 186,5 φορές
Μιλούν δυνατά
Ακούω dolby stereo EN ΛΕΥΚΩ κι απ’ το ατελιέ Πετρέλη
Εννοείται η τηλεόραση στη διαπασών με ειδήσεις πρώτες κιόλας! Περί της εξομολόγησης μικρών παιδιών, πρόβλημα κι αυτό ρε παιδί μου…
Εξομολογήσεις αρχιμανδριτάδων ενθυμούμενων την παιδική τους ηλικία στο κατηχητικό
Έλεοοοοος!
Tέλος πάντων the show must go on
Δεν αναφέρω το μπλοκάρισμα του δικτύου και του εκτυπωτή…
Όχι δεν επιμένω…
Κερασάκι στην τούρτα η μανούλα η οποία ακούει τα γνωστά μπινελίκια ως απάντηση στο τι έφαγα, τι θα φάω, τι φαγητό να μου φτιάξει για τις δύσκολες μέρες που περνάω, μου έφτιαξε χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι που στη μεταβρεφική ηλικία μου άρεσε θυμάται –έκτοτε δεν έχω ματαφάει γιατί το απεχθάνομαι-, πότε θα με δει, βρήκε ένα φουστάνι ξεχασμένο στη ντουλάπα κι άλλα ενδιαφέροντα
Στο καπάκι, έτσι βρε για να μην ξεφεύγουμε, καβγάς με sms –περί τα 50 μηνύματα λέμε τώρα- με κολλητή που τα έχει παίξει –για άσχετο λόγο- λέει όμως ότι παρεξηγήθηκε γιατί δεν της έφτασε το προσκλητήριο του γάμου του οποίου είμαι κουμπάρα
Οχτακόσια τηλέφωνα προς ανεύρεση του προσκλητηρίου
Δεν υπάρχει Θεόοοοος;
Ακόμη είμαι στη δουλειά, εννοείται…
Σε λίγο θα πάω να πάρω το λεωφορείο το οποίο θα με πάει αισίως σπίτι, το οποίο θα θυμίζει τσιγγαναριό κι ο νεροχύτης θα αναδίδει ένα διακριτικό odeur
Ο καλός μου απ’ ότι μαθαίνω είχε μια εξίσου αριστουργηματική ημέρα…
Εννοείται ότι δεν πήγα στη συναυλία των Ska Cubano
Εννοείται ότι δεν πήγα να δω τους Πέρσες του Αισχύλου τους χιλιοθαμμένους που από περιέργεια και μόνο ήθελα να δω
Όχι βρε κουτά!
Δε γκρινιάζω!
Σας τα λέω για να ευθυμήσετε!
Να δείτε πόσο πιο εύκολη μέρα από σας ΔΕΝ έχουν κάποιοι άλλοι…
Κι άλλωστε που να εκτονωθώ η σιτεμένη μοσχάρα με το νευρικό μου σύστημα το διαμελισμένο σε τσίτι πανηγυριώτικο;
Και μη χειρότερα…
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2006
Καλό Σεπτέμβρη!
Καλό μήνα έστω και εκπρόθεσμα!
Ίσως ο οργανισμός μου παίρνει κατά πόδας τις όμορφες παιδικές μου μνήμες,
ίσως μεγαλώνω λιγουλάκι και προτιμώ τη δημιουργία από τη ρέμβη,
πιθανό να είμαι εθισμένη στο σχολείο,
τα πρωτοβρόχια
τις συναυλίες του Σεπτέμβρη,
τα συναπαντήματα φίλων μετά τις καλοκαιρινές διακοπές,
τον αχνιστό ελληνικό καφέ με καϊμάκι,
τις μελαγχολικές μελωδίες το δειλινό.
Φέτος, παντρεύονται φίλοι, πολλοί φίλοι
Βαφτίζουν τα μωρά τους,
Ετοιμάζουν σπιτικά …
Η γάτα δε θέλει πια να απλώνεται στη στέγη
Δρόσισε…
Κουλουριάζεται στον καναπέ…
Όσο για μένα πάνε οι τσίτσιδες ξάπλες
Καιρός για μυρωδάτο νυχτικό
Και τζην μπουφάν στα θερινά τα σινεμά,
στο Λυκαβηττό,
στη βόλτα στο Φάληρο,
πάνω στη μηχανή,
στα Φεστιβάλ…
Τα τηλεφωνήματα από φίλους θυμίζουν πρεσβεία
Οι συνάξεις με ρακόμελα καφενέ
Κι έτσι το φθινόπωρο έχει μια παραπάνω ζεστασιά ακόμη κι απ’ τον Ιούλη
Ή αυτό το «πτ» και «μβρ» του μήνα;
Γεμίζει το στόμα σου σα συριανό λουκούμι!
Γεια σου Σεπτέμβρη λεβεντιά ακόμη και στην πόλη!
Μου φτιάχνεις το κέφι!
Ίσως ο οργανισμός μου παίρνει κατά πόδας τις όμορφες παιδικές μου μνήμες,
ίσως μεγαλώνω λιγουλάκι και προτιμώ τη δημιουργία από τη ρέμβη,
πιθανό να είμαι εθισμένη στο σχολείο,
τα πρωτοβρόχια
τις συναυλίες του Σεπτέμβρη,
τα συναπαντήματα φίλων μετά τις καλοκαιρινές διακοπές,
τον αχνιστό ελληνικό καφέ με καϊμάκι,
τις μελαγχολικές μελωδίες το δειλινό.
Φέτος, παντρεύονται φίλοι, πολλοί φίλοι
Βαφτίζουν τα μωρά τους,
Ετοιμάζουν σπιτικά …
Η γάτα δε θέλει πια να απλώνεται στη στέγη
Δρόσισε…
Κουλουριάζεται στον καναπέ…
Όσο για μένα πάνε οι τσίτσιδες ξάπλες
Καιρός για μυρωδάτο νυχτικό
Και τζην μπουφάν στα θερινά τα σινεμά,
στο Λυκαβηττό,
στη βόλτα στο Φάληρο,
πάνω στη μηχανή,
στα Φεστιβάλ…
Τα τηλεφωνήματα από φίλους θυμίζουν πρεσβεία
Οι συνάξεις με ρακόμελα καφενέ
Κι έτσι το φθινόπωρο έχει μια παραπάνω ζεστασιά ακόμη κι απ’ τον Ιούλη
Ή αυτό το «πτ» και «μβρ» του μήνα;
Γεμίζει το στόμα σου σα συριανό λουκούμι!
Γεια σου Σεπτέμβρη λεβεντιά ακόμη και στην πόλη!
Μου φτιάχνεις το κέφι!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)