Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

Συνειρμικά

Σικέ, σικ και σικύες.
εξουσία και ουσία
Συμπτώσεις μεταπτώσεις επιπτώσεις εκπτώσεις και πτώσεις
ένας αχταρμάς (by the way, σημαίνει σφουγγαράδικο πλοίο της Καλύμνου)
τα νηπενθή υπό μάλης μαζί με δυο καρπούζια
(μην συγχέουμε τις μεγάλες μασχάλες με τους επιδέξιους κώλους)
τα πιράνχας εκτός νερού και ελέγχου
δεν ξέρω αν «οι smiths είναι η ταμπέλα που σου δείχνει πόσα χιλιόμετρα απέχεις από την απελπισία»
σίγουρα όμως ο καθένας ξέρει ποιο είναι το γάλα και το μέλι του
γιατί αλλιώς «στο ψωμί του βούτυρο»
τι σχέση έχει η πικροδάφνη με το nino rota θα μου πεις…
για να δούμε...
νοθογενείς καταστάσεις
με τόσες διαδρομές όλο και κάτι νοσφίζεσαι αν δεν είσαι ανάλγητος
και ξαφνικά βρίσκεσαι στο κέντρο της σκηνής
ανάβουν τα φώτα της ράμπας
le rideau se leve
και λογής λογής θεατράνθρωποι, φρικιά, κλόουν, μουσικάντηδες και χορεύτριες ξεπηδάμε από κάθε γωνιά να κυνηγήσουμε το άπιαστο…
Ευγενείς αξιώσεις…
θνησιγενείς στιγμές
και περήφανες
βλέπεις, η στιγμή δεν φυλακίζεται σαν την πεταλούδα
να τώρα ας πούμε μυρίζει σάλτσα με βασιλικό από κάποιο διπλανό διαμέρισμα
εργένης μαγειρεύει στο νέο του φλερτ;
αναμαλλιασμένη εργαζόμενη μητέρα ρίχνει μια πρέζα βασιλικό σε πουμαρό;
κάποιος επίδοξος καλλιτέχνης επιδίδεται σε νυχτερινά πειράματα;
κι έτσι όπως οσφραίνομαι, μεταφέρομαι σε καλοκαιρινές παρέες, πλάι στο κύμα, γρήγορες μακαρονάδες και πεινασμένους κολυμβητές
η επαφή τους με το φυσικό υδάτινο στοιχείο, τον ήλιο και τον αέρα εκκρίνει γαστρικά υγρά που αποσαφηνίζουν το μήνυμα της συντήρησης της ζωής
ζωής που έχει αξία να συντηρείται γιατί βιώνεται ως μέρος του όλου
κι όχι ως ξεφτίδι του αστικού σκυροδέματος.
Η στιγμή, ένας κόκκος άμμου σε μια κλεψύδρα που αρχίζει να μετρά
Δεν έχει νόημα να παραμένεις άχρονος
είναι θλιβερό
η χειρότερη προσβολή που μπορείς να ακούσεις άραγε δεν είναι ότι είσαι απροσδιορίστου ηλικίας;
Ο Ιούλιος στην Αθήνα είναι τόσο παράταιρος που σου επιτρέπει να βρεθείς λίγο μόνος με την πόλη σου -αν είναι πόλη σου-
να αναμετρηθείς μαζί της
να δεις ποιος είσαι, ποιος δεν είσαι και ποιος δεν έγινες από απλή ιδιορρυθμία
ιδιορρυθμίες είναι η κοινωνικότητα και η φιλία και η αμπελοφιλοσοφία το 2007 π.Χ.
γιατί αν δεν ήταν δεν θα είχαν τόση δουλειά οι ψυχαναλυτές, οι έμποροι ναρκωτικών, οι αυτόχειρες…
Άκουσες τίποτα;
Είναι η μοναξιά που θερίζει εκεί έξω.
Είναι ο αντίλαλος του εκεί μέσα.
Απλό φυσικό φαινόμενο.
Πολύπλοκη παρά φύσιν συνήθεια.
«τα έθη μας είναι ένα κανατάκι που πρέπει να σπάσουμε»
ΟΚ έθη έχεις.
Άντερα;

Τρίτη, Ιουλίου 17, 2007

And the winner is….

«Ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα, ψυχή μου κλώσα»
ξεστομίζει ο Αισχύλος δια στόματος Αλκίνοου
και πόσες μέρες να κρατήσει κάποιος άγραφος
όχι όπως λέμε tabula rasa αλλά όπως λέμε άκαπνος
το μελάνι και ο καπνός είναι άραγε ενδεικτικά της διύλισης και της πρέσας
μολυβένιας και καυτής σαν μεσημέρι Ιουλίου στο κέντρο της Αθήνας;
Δεν επιθυμώ να γίνω σιδερότυπο
στην μπλούζα κανενός
και φθονώ μια ατάραχη ρέμβη καταμεσής του Εθνικού κήπου
σε ένα δοκιμαστήριο ακριβών φορεμάτων στην Πανεπιστημίου ανάμεσα σε οσμή noxema και καπιτονέ οπίσθια,
χαζοσυζητήσεις με φίλες γήινες σαν τυφλοπόντικες, σαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό.
Αναπολώ μεσημέρια μετά από άτσαλο ύπνο
την επομένη μιας παράστασης
κάπου στην ακτή της Επιδαύρου με πρόσωπα γνώριμα μέσα κι έξω
και έφηβους ταβλαδόρους που βγάζουν τη γλώσσα στη ζωή
ξεμπερδεύοντας με ένα «μαλάκα»
σαν τις αλλοτινές γιαγιάδες που ήξεραν να χειρίζονται τον κόμπο στο μαλλί,
στο χτένι,
στο μαντίλι που έδεναν για να βρουν κάτι χαμένο,
στον λαιμό του παππού όταν γύριζε το βράδυ…
Τα καλοκαίρια στένεψαν σαν να μπήκαν στο πλύσιμο
με τόσα κλάματα και μύξες που να το πάρεις χαμπάρι
δεν υπάρχει χειρότερο από το να μη σε χωράει πια κάτι αγαπημένο
(σύμφωνα με τους φυσικούς κι ουχί τους φυσιοκράτες υπάρχει και η λύση της μαύρης τρύπας)
Ω, οι ωραίες μέρες του Αυγούστου καταναλώνονται σαν τους κόκκους καφέ που αναμασάμε
μόνο και μόνο για να κρατηθούμε ξύπνιοι
λέω να παραγγείλω
ένα δεκάλεπτο ανεμελιάς -μη διακεκομμένο αν έχετε την καλοσύνη- με μια φέτα πορτοκάλι
αν δεν το έχει ο κατάλογος θα αρκεστώ σε ένα φιλέτο μαδέρα medium rare
ή ακόμη και στις σάρκες μου
εντολείς κι εντολοδόχοι στη σειρά
σαν τα play-mobile που στήναμε μικροί
δίχως εντολή ούτε τότε γινόταν παιχνίδι
ούτε καν για τους ζαβολιάρηδες
και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω προς τι όλη αυτή η αναμονή
«ο godot έστειλε sms παιδιά, δεν θα έρθει λέει ούτε απόψε»
κι εγώ λυπάμαι που δεν μπορώ να κάνω τίποτα
μόνο να θλίβομαι και να τεμπελιάζω που και που
επιστρέφοντας στα εξ ων συνετέθην
ύλη βασική, ευφυολογήματα, κι ένα κομματάκι ψυχής ανταλλάξιμο με μια παιδική χειρονομία
και την τέχνη του oublier et pas s’oublier
με διάθεση ξοδέματος από το περίσσευμα
-αυτό δεν είναι ροκ-
οδομαχίες και θεομαχίες
ισοδυναμία;
απλή συνεπαγωγή;
δυσκολότερα λύνονται τα προβλήματα με 4 πράξεις παρά με μονόπρακτα
«εγώ παλιά ήμουν ροκάς», «εγώ φλώρος» , «εγώ σκυλάς»
τώρα τι είσαι;
υποτροπές, ανατροπές κι εκτροπές
η διαχείριση του έσω σύμπαντος απαιτεί κινητά
του έξω ακίνητα
Στο κάτω κάτω, το μέσα και το έξω απροσδιόριστα παραμένουν ακίνδυνα επιρρήματα.
Στο πάνω πάνω, μόνο όταν προσδιοριστούν γίνονται τρόπος ζωής.
Όσο για το σύμπαν γενικά χρειάζεται σταθερές
απλά γιατί δεν τις έχει.
Αυτό που έχει όμως είναι
πιστωτικές κάρτες,
παραμύθια σαν «τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα»,
γηράσκω αεί καλλωπιζόμενος
να μην αναφερθώ σε εξωραϊσμούς και ξεστρατίσω πάλι
δεν θέλει και πολλά ο δρόμος για να με φτύσει σαν κουκούτσι που του στάθηκε στο λάρυγγα
λοιπόν συνεχίζουμε,
δίσκοι και βιβλία και ό,τι καταναλώσιμο
προς αποφυγήν του πανικού
και του μποτιλιαρίσματος
για το νευρικό σύστημα, το όμοιο με εθνικό οδικό δίκτυο
γεμάτο νταλίκες, αγροτικά ντάτσουν, μηχανές, καμπριολέ πόρσε κι ασθενοφόρα
ουρλιάζουν όλα μαζί τρέχοντας με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, προσκρούοντας το ένα στο άλλο,
ρίχνουν νόμισμα σε σταθμούς διοδίων
όπως οι νεκροί εξαγοράζουν τον βαρκάρη για να διασχίσουν την Αχερουσία
“don’ t pay the ferryman” βρε αδελφέ!
βγάλτον σε διαθεσιμότητα
Α, όλα κι όλα!
έρχεται η εποχή που πρέπει να δώσεις ό,τι πήρες
να πληρώσεις για όσα ξόδεψες
έρχεται κι η εποχή που πρέπει να κλέψεις
η ρομαντική έννοια της νομοτέλειας είναι χαριέστατη
μα καθόλου πειστική
όλα θα συντελεστούν ακόμη και ακούσια
κι επειδή το πιο σοφό του κάθε μικρούτσικου είναι να κάνει την αδυναμία του ιδεολογία
κερδίζει όποιος μας πει τι είναι βαρύτητα.
«Βαρύτητα είναι να ξεχνιέσαι ενώ δεν ξεχνάς και να θυμίζεις ενώ δεν θυμάσαι».
«σπασικλάκι, πόσες φορές θα σου πω να πάψεις;»
η διαφορά είναι πως
κανένα παιχνίδι δεν ελέγχεται από μακριά
«όπως από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα»
η έλλειψη τηλεχειριστηρίων δυσχεραίνει το κοινό
αίσθημα, τον κοινό νου, το κοινό συμφέρον,
η λεωφόρος γαμεί κι οι ποιητές αγαπούν (γεια σου Ορφέα)
Ηλίου φαεινότερον!
Κοίτα να σου πω…
Αληθεύει ότι το επάγγελμα του ζογκλέρ διέρχεται κρίση
κι εγώ φοβάμαι πως είμαι κουρασμένος και δεν μπορώ να σας διασκεδάσω με καμιά άλλη βεβαιότητα.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

Αθησαύριστα

Ξενιστής μιας θάλασσας μαραζιάρας
Πότε ανταριάζει πότε αποτραβιέται
Σα σκυλί που τ’ αγγρίζουν
Γλύφει όσα δεν λιώνει
Παρά ο πανδαμάτωρ
Η αγυιά μου στα σπουδαία
σχοινί τεντωμένο
η φασολιά του Τζακ υλοτομήθηκε
παριστάνω τα ρογκαστάρια
Πάνω σε καραβοκούφαρα
σχίζες μαγδαλένιες
οξειδωμένες γοργόνες
κρανία σφηνωμένα σε περικεφαλαίες
Με τέτοια μαλάγρα αλιεύεις κήτη αβυσσαλέα
Κι όσο να πεις δεν μου λείπει ούτε αχίλλειος πτέρνα ούτε παλάμη
Μια πεταλούδα αγλαΐζει την τύχη μου
ένας σκώληκας ρουφάει το μυελό μου
Γέρασε κι ο Ηρόστρατος
Τι άλλο να σκαρφιστείς για να αποφύγεις το γήρας
Με θρυμματισμένες υποσχέσεις
Αμμοσκεπάζονται οι βυθοί
Κι έπειτα από τόσες ορκωμοσίες
ξυπνώ με πάχος απροσμέτρητο
κρεμασμένα μάγουλα
πρησμένο υπογάστριο
τσιτωμένες από το λίπος μετωπιαίες αυλακιές
χωρίς χάρτη πώς να βρω τον κρυμμένο θησαυρό
ανασχηματίζομαι σε φάλαινα
μου πέφτουν τα δόντια
βγάζω μπαλένα
Αρκούμαι σε πλαγκτόν κι αναρροφήσεις
Τέρμα στο μονόζυγο στις τεθλασμένες γραμμές της Κασσιόπης
Αποχαιρετισμός στη συμμετρία των μαιάνδρων
Αναπτύσσω τάση πτωτική
δίχως πάταγο
Λες κι η πτώση μου δεν υπήρξε ποτέ
Κάποτε μ’ έλεγαν Ήβη
Τώρα μοιράζω μακαριά σε νεκρόδειπνα
Και ραίνω μανουσάκια
Να μη μυρίζω τη μούχλα
Δεν εικάζω καμία κατάληξη
άλλωστε ποιο μάκτρο να σαρώσει τόσα θραύσματα
ως και η Ρέα άσπρισε
στου Κρόνου τ’ αποφάγια
η Μαγεδδώ εάλω
κι η κόρη της Ζαχά δεν γνώρισε άλλη Χαλιμά
πέρα από τη σφεντόνα της.

Παραμένουν αθησαύριστα:
Η τσίπα των αγχέμαχων
Η οσμή παίκτη ρώσικης ρουλέτας
Το απλανές βλέμμα του στυλίτη
Τα σφιγμένα σαγόνια του εχέμυθου
η ελπίδα μιας Αιθιόπισσας την ώρα που κόβει με τα δόντια το λώρο της.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

Λαζαρίνες

Οι μέρες ανεβοκατεβαίνουν με κυλιόμενες σκάλες
σε πολυκαταστήματα με λαμπιόνια
Άλλοτε ιερόδουλες στη Σόλωνος
Δεν εκπορνεύονται
Τις εκπορνεύουν
Λίγοι βαθμοί πάνω λίγοι κάτω
Το Ουίσκι του εικοσιτετραώρου είναι ένα όπως και να έχει
Διαφεύγει της υλοφροσύνης
Όπως η πραγματικότητα της προσοχής μου
η χιονόκοτα της αλεπούς
ο βιαστικός το ανεμοβρόχι
Βέβαια ήμουν εκεί, θα λέω
αυτό είναι αδιαμφισβήτητο
οι μέρες
χαράχτηκαν στα πέλματά μου
όπως τα ονόματα των κοριτσιών στον Κλήδωνα
για να ξαναδιαβαστούν θα τις αλείψω στάχτη
νυχτερινή σα σονέτο του Chopin
κι έπειτα λαλίστατες θα μιλούν για όσα λησμονήθηκαν
γηραιές σοπράνο στις τελευταίες των ημερών τους
οι μέρες βρέχουν μπαρμπούνια
σε ορεινά λιθόστρωτα
σπαρταριστές και σπάνιες
παιδίσκες Λαζαρίνες
με ροδοπέταλα και κάλαντα
γαργαλούν τον αγερμό της κάθε Άνοιξης
και παίζοντας κουτσό,
παράπονο ουδέν,
μετρούν τη μοναξιά τους
στην αμεριμνησία μας.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006

Γενέθλιο

Υψιπετής και συναχωμένη
Έχει υγρασία στα νέφη
Κεραυνοί και άγρια ζώα
Πότε στο νεφέλωμα πότε στα σπήλαια
Κάπου εκεί κρύβομαι
Από λασπόνερα, ονειρώξεις και γιαταγάνια
Φτιάχνω το δόρυ μου από κυνόδοντες
Το θέλω μικρό μικρούτσικο
Να χωρά στις κόγχες
Βηματισμοί αμέριμνοι σε σχήμα Γ
Μιας αλογόκουρσας σε μονόχρωμη σκακιέρα
Ποιος είπε πως το παιχνίδι δεν είναι σικέ;
Ο Βαγιέχο πάντως όχι.
Διαφανίζονται οι ιστορίες και οι μύθοι
Περνώ από μέσα τους
Όπως από την πύλη των λεόντων
Νυχοπατώντας κι ασθμαίνοντας
Μην τυχόν και ξυπνήσουν
Όσες αναμετρήσεις με το άπειρο
ήττες τόσες
που έγινε παιχνίδι
κι αν δεν τραμπαλιστείς κάθε βράδυ
το έρεβος το πρωί δεν σου τη χαρίζει
τώρα τα θυμάμαι όλα
Χαροκόπια στις αυλές
Περνά περνά η μέλισσα
Γέλια πνιγμένα κάτω από σεντόνια
Και μπουγέλα στις στέρνες
γόνατα ματωμένα
και πισινά μπλαβί
η Χούντα του παγωτού
Μυρμηγκοφωλιές χαλάσματα
Μόνο από περιέργεια
Και μύγες άπτερες
Σαν νίκες
Να ψελλίζουν το veni vidi vici μας
Έπειτα έμαθα πώς
Τα πυροφάνια νικιούνται από τρικυμίες
Και τα καϊμάν απ’ την ξηρασία
Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ
Παρά τα ληξιαρχεία και τις σαφείς ενδείξεις
Κι όσο για τη σαφήνεια ποτέ δε με ξελόγιασε
Ούτε σαν τον Ασουάν, ούτε σαν τα ψέματα του Πινόκιο
Ούτε σαν τα καπέλα των δανδήδων
Μπωντλαίρ και Φλωμπέρ γωνία
Βρήκα τη λύση όμως
Κι ας μην πήρα τους δρόμους γυμνή με σαπουνάδες
Στοιχίζω μολύβια στο γραφείο μου
Τα δαγκώνω στην άκρη, δεν τα αφήνω να ψηλώσουν ούτε πήχη
Σαν ολυμπιονίκες της ρυθμικής,
Έπειτα είναι έτοιμα για φονικά και βραδινά λάφυρα
Κι ακόμη τη σφαγή
του κατεργάρη που τρύπωνει απ’ τη γρίλια
κάθε σούρουπο
αυτόν που σηκώνει το φρύδι του σε κάθε γιορτή
Κι ας κάνω ότι δεν τον βλέπω
Τον οσφραίνομαι
Σαν την κολόνια που φόραγε η γιαγιά
Σαν το πελεκημένο δάχτυλο του ξυλοκόπου
Σαν τα μαύρα νύχια του ανθρακωρύχου από το Γκντανσκ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

Ιωνία

Την Ιωνία που να τη βάλω;
Κάθεται προσωρινά σ’ένα σκοροφαγωμένο θρανίο
Ιχνογραφώντας το χάρτη της
Στρέφει το κεφάλι σαν χαλασμένη πυξίδα
Ποιος ο βοράς και ποιος ο νότος
Που είναι η δύση και που η ανατολή;
Η Ιωνία όταν εκπαιδεύεται
Είναι σαν τη Ρίτα
Δεν το κάνει από πειθαρχία
Το κάνει από πόθο
Ο Αλμπέρ μου το ’πε ξεκάθαρα
Το ταλέντο είν’ ένα τίποτα μπροστά στη θέληση
Και τελικά ταλέντο είναι μόνο η θέληση
Κι όχι το νόμισμά της
Χωρίς φιοριτούρες
Χωρίς παράπονα
Δρασκελίζει τη σκάλα που πάει στη σοφίτα
Αλλά φτάνει στο κατώι
Είπα να τη φιλοξενήσω
Δε βρήκα τόπο να τη βάλω
Και για να μου μάθει
Με φίλεψε εκείνη
Ξανά και ξανά
Λουκούμι με ζάχαρη άχνη
Λικέρ με πικραμύγδαλο
Μάθηση χωρίς πάθος δε λέγεται μάθηση
Γιατί η ρομποτική λογίζεται γι’ άλλη επιστήμη
Μαϊμουδίζεις και πας
Κι αυτό είναι μίμησις πράξεως
Που δε θα γίνει ποτέ σπουδαία και τελεία.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

Ζεϊμπέκικο

Ωσάν Ζορμπάς εν ώρα ζεϊμπέκικου,
χάνω και βρίσκω το τέμπο,
κραδαίνω μαχαίρια,
μπαινοβγαίνω στις νότες,
ασελγώ στο ρυθμό,
περιστρέφομαι δερβίσης στο ένα πόδι
χαράσσω αρχιμήδειους κύκλους
απώτερος σκοπός να τους αναταράξω,
παίρνω τις ανάλιες μου με φάτσα κατηφή
αναπηδώ
μπας κι αποτάξω το χαλινό του ημιόνου,
τινάζω απ΄τα μέλη το μέλι του ύπνου μου,
σηκώνω με τα δόντια το ξύλινο τραπέζι,
μια ακίδα τρυπά το κάτω χείλος
ο κόσμος να χαλάσει θα απιθώνω το ποτήρι μου στο κεφάλι
να τιμωρήσει το πιοτί
στάλα τη στάλα με κινέζικο βασανιστήριο
τ’ όνειρα τ’ αξημέρωτα
Τα όνειρα τα τεμπέλικα...