Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

Φαφλατοσύνες περί afflatus

Από πού να πηγάζει αυτή η ρετρό διάθεση;
Όσο να πεις η νοσταλγία παρέχει μια ασφάλεια
Προτιμότερη από την κινούμενη άμμο του παρόντος
Παίρνω τη γομολάστιχα να σβήσω
Οποιοδήποτε πνιγηρό περίγραμμα
Θα είχε ενδιαφέρον να ζήσω μια μέρα
Με πάσα απουσίας μνήμης
Σαν χρυσόψαρο
Ως άλλη tabula rasa να επιτρέψω όλες τις εγγραφές
Με ένα παιδικό ενθουσιασμό
Με ανόθευτη μέθη
Με τα μάτια του Προυστ
Ποιος ξέρει τι δώρα επιφυλάσσει ένα τέτοιο γκράφιτι;
Σκοπός σαφέστατα δεν είναι η πληροφορία
αλλά η συγκίνηση
Το νιώθω κι εγώ
η κάθε φράση που γράφεται
Πρέπει να ουρλιάζει σαν νεογέννητο
Κι όχι να ψελλίζει σαν υπερήλιξ
Να εκλιπαρείς τη μούσα σου
Για ένα έπος
Έχει μια αξιοπρέπεια
Αλλά να βηματίζεις πάνω κάτω
Για μια τόση δα ενδιαφέρουσα φρασούλα
Τι ξεπεσμός!
Το ξέρεις ότι δεν θα φερόσουν ποτέ έτσι σε έναν εραστή
Προσευχές. παρακλήσεις, τακτικές «Θυσίας» του Ταρκόφσκι
Απονέκρωση κατά την αναμονή
Δεν θα ήταν αποτελεσματικό
-αδίστακτη λέξη!-
Φόρεσε λοιπόν τα καλά σου,
Βάλε μουσική στη διαπασών
Move your ass
Λούσου με το πιο ακριβό άρωμα
ξεφορτώσου επιτέλους τις σκουπιδοσακούλες
κατάπιε γρήγορα κανένα placebo
τύπου
it’s the first day of the rest of your life
κλείσε το κινητό
και προπάντων
δείξε ότι την αγνοείς όταν θα κάνει την εμφάνισή της.

Αλάνθαστη τακτική για ατίθασες γκόμενες.

Recovery


Μεσημέρι Κυριακής σε απόχρωση σέπια
Ένα κίτρινο αρρωστιάρικο τούλι σκεπάζει απαλά την πόλη
Σαν χρυσόσκονη
Το απέναντι υπερήλικο ζευγάρι
διαισθάνεται βιβλική καταστροφή
Προβάλλει εναλλάξ ο άνδρας και η γυναίκα
Στο παράθυρο σε στάση ελαφρώς πλάγια καθιστή
Μυρίζουν σαν αιλουροειδή τον αέρα
Οσμίζονται τον μαύρο τοξότη να πλησιάζει
Μέρα με τη μέρα
Ποιον θα στοχεύσει πρώτο
Κι εκείνος δεν ξέρει
Α μπε μπα μπλομ
Του κείθε μπλομ
Στην πίσω αυλή οι λεμονιές
Έχασαν την αίγλη τους
Ωχριούν μέσα σ’ αυτό το κίτρινο φως
Από άμυνα παύουν και να μυρίζουν
Μέχρι κι ο οξύς πόνος δεν διαρκεί πολύ
Γιατί να κρατήσει αυτό το άρρωστο φως;
Δεν είναι ότι αυτοί οι υπερήλικες
Θα μου λείψουν
Είναι που η αγωνία τους για το αναπότρεπτο
Αλλάζει κρυφά θέση στις προτεραιότητες
Δημιουργεί ανατροπές
Κεντά παραστάσεις στον καμβά της σπλήνας μου
Το παίρνω απόφαση να φυσήξω τη χρυσόσκονη
Πάνω απ’ την πόλη
Τότε ερεθίζει τα ρουθούνια μου
Το ψητό της Κυριακής
Τα αυτιά μου
Τα παιδικά χάχανα
Τα γρυλίσματα των σκύλων
Το κελάηδημα των πουλιών
Το τέντωμα της αζαλέας που μεγαλώνει
Είναι αναμφισβήτητο ότι πάντα κάτι μένει
Κι ότι η αθανασία διοργανώνει νυχτερινά πάρτι
Με επικίνδυνες καταχρήσεις
Μάρτυράς μου η ωραία κοιμωμένη
Που χτενίζει τα μαλλιά της κόμπο κόμπο
Με φορά προς τη μάνα γη
Παιχνιδίζοντας ανέμελα με το σκύλο της
Όπως ο φωτογράφος με τη γυναίκα
Που του διδάσκει στιγμιότυπο το στιγμιότυπο
Πώς να αψηφά τον τελικό του προορισμό.

Φωτογραφία από το εξώφυλλο του άλμπουμ «loss» του Steven Wilson (Bass Communion.)

Σάββατο, Μαρτίου 22, 2008

Ανία και προκατάληψη 2

Το απόγευμα έχει μια βροχερή διάθεση
Αυτό είναι φανερό κι όχι μόνο απ’ τον καιρό
Εντάξει, να βγεις να ρουφήξεις τη ζωή του παλμού του Σαββάτου
Δεν λέει όμως να φοβάσαι να πιτσιλιστείς
Ο γρανίτης δεν διαβρώνεται έτσι εύκολα
Εκτός κι αν ακόμη φοράς χάρτινα καπέλα
Θα ρίξω ας πούμε ένα μπουφάν πάνω μου
Κλειδιά τσιγάρα λεφτά
Ένα ταξί με πελάτη
Ολιγόλεπτη αναμονή φίλου-ης σε μέρος κεντρικό
Ασφυκτικό αίσθημα εισόδου σε μικροσκοπικό οικείο μπαρ
Μουσική υπόκρουση που είναι περισσότερο υπόκρουση παρά μουσική
Βαρυθυμία στα πρώτα τρία ποτά
Λογοδιάρροια και πονεμένα γόνατα απ’ την ορθοστασία στα επόμενα
Ανά μισάωρο μια αύρα ερωτική ψηλού γεροδεμένου που κατευθύνεται προς την τουαλέτα σκουντώντας ανυποψίαστους θαμώνες και υποψιασμένες θαμώνισσες
Ψόφιες συζητήσεις με αίτιο και αιτιατό
Τι εννοείς τι εννοώ
(αυτό λέγεται σοβαρή επικοινωνία)
Γκριμάτσα ξινίλας στο πρόσωπο
Και σκυταλοδρομία αστείων χαζών προς εκτόνωση
Καθόλου χορός, καθόλου τραγούδι.
Σιωπηλά στιγμιότυπα με συννεφάκι «τι κάνω εγώ τώρα εδώ;»
Μελαγχολία και λίγος πονοκέφαλος
Ξαφνικό στήσιμο στη μπάρα
Ενστικτωδώς μόλις δεις αρρενωπό, μπλαζέ να σε κοιτάζει αλλήθωρα απ’ τα ποτά
Προσπάθεια ύστατη να ζωντανέψεις
Πας να ζητήσεις νερό ή άλλο ηδύποτο από τον μπάρμπαν για να απλώσεις το σχεδόν άοσμο εσάνς σου στο χώρο
Κρυφακούς τη στιχομυθία του ψηλού αρρενωπού που σε κάρφωνε
-από μυωπία ή μέθης ένεκεν-
Καλά να πάθεις για να έχεις ευαίσθητη ακοή παλιοωτακουστή!
Και προσγειώνεσαι ανώμαλα σε κρεβάτι φακίρη ή σε μια ντουζίνα αχινούς
Μνημονεύεις την ερμηνεία του Νταλάρα στο «Πώς τα ‘χεις έτσι μοιρασμέ-»
Πας να σώσεις την κατάσταση ζητώντας ένα άσμα δυνατό από τον dj
Που χατιρικά το παίζει
Παθαίνεις με ευγνωμοσύνη καμιά εκατοστή αστραπιαίους οργασμούς
Χωρίς να αποφύγεις να αναρωτιέσαι «γιατί πας σε μπαρ με αδιάφορη μουσική»;
Για να ξαναπέσεις στο κρεβάτι με τα καρφιά και τους αχινούς
Και να καταφεύγεις στην κολλητή σου να σου βγάλει τ’ αγκάθια απ’ τον κώλο
Όταν η αλλαγή στέφεται με παταγώδη αποτυχία
Έχει έρθει η ώρα να αναλωθείς στη συζήτηση περί λογαριασμού
Πόσα ποτά πήρες εσύ; Κτλ
Και να αποζημιωθείς με το σκυλάδικο που ακούει κατά πάσα πιθανότητα ο ταρίφας που σε γυρίζει σπίτι
Ομολογουμένως η Αγκάθα Κρίστι φαντάζει σαν το πλέον θεσπέσιο που μπορείς να επιδοθείς πριν σε αγκαλιάσει ο Μορφέας
Αν δεν δεις βέβαια ότι τελειώνει το βιβλίο για να σε πιάσει το στομάχι απ’ τον πανικό.

"Περηφάνια" και προκατάληψη

Κι εγώ καλά καλά ακόμη δεν ξέρω τι περιμένω από ένα ανοιξιάτικο σαββατόβραδο
Τι εννοώ όταν προτείνω σε φίλους να κάνουμε κάτι μαγικό
Κάτι διαφορετικό…

Βέβαια, αν με αφήσεις θα φανταστώ χρώματα
Κόσμο, όχι πολύ, να περπατάει σε πλατείες
Προς αναζήτηση μιας ταχυδακτυλουργικής εμφάνισης του Κούνελου της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων
Μυρωδιές από νωπό γρασίδι, ποτισμένο χώμα, χλωροφύλλης, γιασεμιού και άλλου νυχτολούλουδου,
Πότε πότε και αφρόλουτρου, κολώνιας, γυναικείας πούδρας (αυτή τη μυρωδιά έχουν διαχρονικά όλα τα θέατρα)
Λακ, ζελέ, αφρού και άλλων καλλωπιστικών ειδών που ξορκίζουν το γήρας
Και προσελκύουν –φευ- συχνά όχι τα αντικείμενα του πόθου
Θα ήθελα να είμαι καλοντυμένη και καλοχτενισμένη
«εκεί μετράω εγώ την περηφάνια φαρμάκι όταν στάζει η οροφή»
Με μια έκπτωση προφανούς άνεσης
Να διασχίσεις με τα πόδια αν ξεχαστείς όλη την απόσταση θησείο-τζιτζιφιές-φάληρο
Μουσική αυτοσχέδια
Α καπέλα εκτέλεση μετά μέθης παλιών λαϊκών ασμάτων
Με κράτημα χεριών από τον ώμο κολλητών
Με σπασμένη φωνή από τη συγκίνηση
Με δάκρυα που αυλακώνουν τα μάγουλα
Και πασαλείβουν τις οιεσδήποτες εξωραϊστικές απόπειρες
Στα μέσα της διαδρομής εξομολογητική διάθεση μυστικών που δεν θα θυμάσαι την επομένη
Χορευτικά ινσταντανέ με μικρά μπουκάλια κονιάκ και ανοιξιάτικες ψιχάλες
Και προπαντός ανάγλυφη όραση
Μαγική
Διαυγή
Υπερευαίσθητη στα αόρατα
Συγκαταβατική με τα ορατά
Προς το τέλος της διαδρομής
Λίγη αλμύρα
Οπίσθια σε νωπή άμμο
Τσιγάρα
Γκόρντον σπέις και παγωτά
Στα τσακίρ κέφια τσίτσιδη κολύμβηση
Αγωνιώδη προσδοκία τυχαίας συνάντησης
-τα τυχαία έχουν διαχρονική αξία-
Του αντικειμένου του πόθου
Με προσμονή να σε κοιτάξει κατάματα
όπως Εκείνος Τότε
απογοήτευση τύπου λιωμένης μαργαρίνης σε αντικολλητικό σκεύος
και απαλή επάλειψη στη φέτα ψωμιού του κολλητού
αμπελοφιλοσοφία, ασυνάρτητα λόγια αυτόματης προφοράς
σουρρεάλ –λέω ό,τι θέλω και ακούς ό,τι θέλεις-
μικρά ποιητικά διαμαντάκια
κρεσέντο θαυμασμού για μεγάλους καλλιτέχνες
κλάματα και γέλια ηχηρά χορτασμένα ζωής

Τελικά μάλλον ξέρω τι εννοώ
Όπως ξέρω ότι η σύμπτυξή μιας ζωής σε ένα ανοιξιάτικο σαββατόβραδο
Θα χωρούσε μόνο σε μια χολιγουντιανή δίωρη νεανική ταινία.

Μήπως να πάω σινεμά;

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

Κρύψου

Πάλι η Άνοιξη;
Να της ανοίξω;
Εδώ καλά καλά δεν θέλω να βγω να απλώσω τα ρούχα.
Να κρυφτώ γρήγορα…
Πού;
Στην ντουλάπα με τις παλιές εσάρπες;
Στο πατάρι με τα δερματόδετα βιβλία της μαμάς;
Στο ράφι πίσω από τη μαρμελάδα πορτοκάλι;
Μήπως στον φούρνο σαν την Σύλβια Πλαθ;
Κι αυτή η βεράντα…
Τόσο χαμηλή…
Ένα σχεδόν με τον δρόμο
Σου έρχεται να τη δρασκελίσεις και να βρεθείς μπλεγμένος σε μια περιπέτεια
Σαν τον Κάπταιν Χουκ,
Σαν τον Άρθουρ Μίλλερ,
Σαν τον Φερδινάντο Πεσσόα.
Γιατί κακά τα ψέματα
Κάθε άνθρωπος είναι μια περιπέτεια
Κάθε άνθρωπος έχει περίπου
Για την κατάντια του κάποια αίτια…

Επιτέλους αυτή η επιμονή της…
Ας δείξω ότι δεν τη φοβάμαι να φύγει…
Ας δείξω ότι δεν φεύγω να φοβηθεί…
Με μένα τον χειμώνα να της κάνω αντιπολίτευση
Τι μέλλον να ’χει κι αυτή;

Κι όμως δεν μπορεί...

Μπορεί ο Χορν να υποδυθεί καλά τον γέρο;
Μπορεί μια μπασαβιόλα να γίνει σωτήρια λέμβος;
Μπορείς να ψαλιδίσεις στον ξύπνιο σου την μακριά κώμη του ονείρου σου;
Μπορεί μια δαγκωνιά της νιότης να αποβεί μοιραία για ένα βρικόλακα;
Μπορεί ένα σταυρόλεξο να αντικαταστήσει το μέτρημα μέχρι το δέκα όταν θυμώνεις;
Μπορεί η ζωή να μην είναι θέμα πιθανοτήτων;
Μπορεί η πίστη να είναι απλά θέμα επιλογής;
Μπορεί ο εφιάλτης του Δαρβίνου να είναι το όνειρο του μέλλοντος;
Μπορείς να νοσταλγήσεις τον αλλοτινό σου πανικό;

Returning

Δεν είναι παράξενο ένα ανοιξιάτικο βράδυ με οσμής υγρασίας και φωτοσύνθεσης
Να αναγνωρίσεις θαρραλέα τις απώλειες
Να αναπολήσεις δυο ελαφίσια μάτια ή και τον θηρευτή εαυτό σου
η τηλεοπτική οθόνη να θυμίσει εξωγήινο έντομο αντί παυσίπονο
Η ανάγνωση αράδων περί ευρωπαϊκής οικονομικής συγχώνευσης κωπηλασία αιχμαλώτου σε τριήρη
(Κάποιος κλείνει λίγο την κουρτίνα)
Δεν είναι παράξενο
Το ξινό κρασί να γίνεται γλυκόπιοτο
η ανεργία να μοιάζει ασήμαντη
η μελιστάλαχτη μουσική να σε ευχαριστεί σαν τις 4 εποχές του Βιβάλντι
να εκτιμάς την κάθε ρουφηξιά του τσιγάρου σου
να γίνεσαι ευγνώμων για μια ευγενική χειρονομία που κοστίζει
(παρακαλώ μην κλείνετε άλλο την κουρτίνα)
να φανταστείς ότι δυο αγαπημένα σου πρόσωπα σμίγουν ξανά σαν ζευγάρι
όπως άλλοτε παιδί φαντασίωνες ότι οι γονείς σου αγαπιούνται ό,τι κι αν γίνει
να σε κάνει αισιόδοξο που άνθρωποι μεθούν σε ένα συνοικιακό στενόχωρο μπαρ
σκαρώνοντας ανέφικτα όνειρα
(εντάξει αφήστε τη μόνο λίγο ανοιχτή να φαίνεται το φεγγάρι)
δεν είναι παράξενο
να θέλεις να γράψεις κάτι αυθόρμητο σαν παιχνίδι
να σου θυμώνουν οι λέξεις που τις παράτησες κι εσύ να γελάς
(μια χαραμάδα έστω μόνο να μπαίνει λίγος αέρας)
να εξοικειώνεται η μελαγχολία με την ανεμελιά
η έσω γριά με το μέσα σου παιδί
ο κόσμος άλλωστε μπορεί να γίνει ωραίος αφού μπορείς έτσι να τον φαντάζεσαι
(κλείστε τη λοιπόν να τελειώνουμε)

αυτό ήταν….
Σιωπή…

Δεν είναι παράξενο
που θέλεις να πέσεις πάλι να κοιμηθείς
Που βηματίζεις μεταξύ νεροχύτη και καναπέ ανόρεκτα
Που ξεφυλλίζεις ξανά τη χιλιοδιαβασμένη φυλλάδα αγγελιών
Που λες να δεις πάλι κανένα ντοκιμαντέρ με άγρια φύση
Που φλερτάρεις με τη γάτα σου όπως με τ’ αγχολυτικά
Που θλίβεσαι με τους χαροκόπους
Που ενοχλείσαι εξίσου από τις γλυκανάλατες μελωδίες, τις αδιάφορες όσο και από τις συγκινητικές
Που το δημόσιο σου φαίνεται μια κάποια λύση
Που θέλεις να χτυπήσεις δυνατά όλους τους άπλυτους τζεντζερέδες
Να ξυπνήσει ο κόσμος
Να γίνει επανάσταση
Να ανατραπεί η έξω και η μέσα σου κυβέρνηση…


Οι αναλαμπές δεν κάνουν τον κόσμο καλύτερο
μόνο υποφερτό
σαν την ανάσα που παίρνεις με βουλιμία όταν αναδύεσαι από το βυθό
όταν δεν είσαι αμφίβιο…

Όταν δεν είσαι αμφίβιο,
Χρέος σου είναι να γίνεις.