Κυριακή, Μαΐου 04, 2014

Εν αναμονή

Όποτε περνούσα από εκεί τον έβλεπα γερμένο πάνω από το τραπέζι της αυλής κάτι να γράφει, να μουτζουρώνει, στην αρχή δεν καταλάβαινα καλά. Το σπίτι του ήταν κάτι σαν παράπηγμα, δίπλα στα υπόλοιπα προσφυγικά της γειτονιάς, πάντα καθαρό αλλά εξαιρετικά λιτό. Αυτό μου έκανε ανέκαθεν εντύπωση. Ένας μεσήλικας με ψαρά μαλλιά να κάθεται στη μοναδική καρέκλα της αδειανής αυλής ούτε γλάστρα ούτε τίποτα και σε ένα αδειανό τραπέζι κάτι να γράφει. Κάθε μέρα το ίδιο. Κάπου κάπου σήκωνε το χέρι σα να σκούπιζε τον ιδρώτα του και μετά σα να χάιδευε τα μαλλιά του με τον άξεστο τρόπο μεγάλων ανδρών που έχουν συνηθίσει σε μια ζωή δύσκολη και τραχιά. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι άρρωστος ή συνταξιούχος.
Έπειτα με την κρίση πίστεψα ότι είναι άλλος ένας απελπισμένος άνεργος. Κάποια φεγγάρια έλεγα μήπως ήταν απλά ένας ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης που για να γράψει, ποιος ξέρει τι; Ήθελε ο χώρος να είναι εντελώς άδειος για να συγκεντρώνεται καλύτερα. Από την άλλη, λίγο οι κινήσεις του, λίγο η φυσιογνωμία του δεν με πολυέπειθαν ότι πρόκειται για λογοτέχνη. Ο λιτός χώρος και η συχνή παρατήρηση με είχαν πλέον πείσει ότι ο άνθρωπος δεν είχε οικογένεια. Δεν υπήρχε τίποτα που να μαρτυρά ότι εκεί έμεναν και άλλοι άνθρωποι. Ποτέ δεν είχε απλωμένα ρούχα (ενώ δεν είχε πίσω αυλή το είχα ερευνήσει από περιέργεια), δεν είχε άμμο για γάτα, αν και μερικές φορές οι γάτες της γειτονιάς γουργούριζαν στα πόδια του χωρίς αυτός να φαίνεται να διαδρά, δεν είχε ούτε ποδηλατάκι παιδιού ή έστω ένα δεύτερο ποτήρι στο τραπέζι. Δεν υπήρχε καν ένα ποτήρι που να φαίνεται ότι ο άνθρωπος έπινε καφέ. Τι παράξενο σκεφτόμουν. Όπως όμως με θρέφει το μυστήριο επί τούτου δεν είχα ρωτήσει ποτέ να μάθω ποιος ήταν αυτός ο παράξενος άνθρωπος. Ήθελα να ξετυλίξω μόνη μου το νήμα. Μια – δυο φορές τόλμησα να ψελλίσω ένα καλημέρα κάνοντας ένα νεύμα του κεφαλιού όσο πιο προσεκτικά μπορούσα για να μην γίνω ενοχλητική. Δεν πήρα καμία απόκριση, μόνο μια φορά το γκρίζο κεφάλι στράφηκε προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αλλόκοτο, παθιασμένο και αγριωπό τόσο που δεν ξανατόλμησα να καλημερίσω άλλη φορά. Είχα πια καταλήξει στο μελοδραματικό συμπέρασμα ότι κάποτε είχε οικογένεια και την έχασε. Σε δυστύχημα; Τον παράτησε η γυναίκα και τα παιδιά του; Για να ξεχάσει από τη βαθιά του θλίψη ξεφορτώθηκε ό,τι μπορούσε να του το θυμίζει; Έκαψε τα αντικείμενα της κοινής ζωής και χάρισε τα παιχνίδια; Πέταξε μέχρι και τους βασιλικούς ή τα γιασεμιά που φρόντιζε η γυναίκα του άλλοτε από ζήλια και λύπη; Ποιος ξέρει; Πάντως κάθε μέρα ό,τι ώρα και να περνούσα από εκεί καθόταν σταυροπόδι στην καρέκλα κάνοντας το ίδιο πράγμα. Κουνούσε ενίοτε νευρικά το πόδι του και σκούπιζε το δήθεν ιδρώτα του. Ο σωματότυπος του άνδρα δεν παρέπεμπε σε κάποιον οκνηρό που απολαμβάνει το ραχάτι. Είχε πολύ αδύνατη φιγούρα σχεδόν κοκαλιάρικη. Οι κινήσεις του πρόδιδαν έναν άνθρωπο αρκετά νευρώδη που ενδεχομένως να κατανάλωνε τροφή και να μην ασκείτο αλλά που έκαιγε τις θερμίδες από την εσωτερική του ένταση και μόνο. Έτσι θα ήταν το σκαρί του. Μια άλλη φορά που ατένιζε το κενό κάμποση ώρα μέχρι να στρίψω  στη γωνία, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα είναι άρρωστος είτε ψυχικά είτε σωματικά πάντως ανίατα. Είναι πολύ αστείο αλλά αν κάποιος, ο οποιοσδήποτε παρακολουθούσε αυτόν τον άνθρωπο κάθε μέρα τόσο καιρό δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι υπάρχει κάποιος που τον παρατηρεί ανελλιπώς και με περισσό ενδιαφέρον. Σε οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο θα φαινόταν τόσο βαρετό το θέαμα και η όλη διαδικασία να παρακολουθείς με τόση ζέση έναν άνθρωπο που σαν στατική και άψυχη εικόνα κάνει κάθε μέρα το ίδιο ακριβώς στην ίδια θέση χειμώνα καλοκαίρι σε ένα χώρο που δεν μαρτυρά την παραμικρή αλλαγή. Κι όμως. Το συγκεκριμένο άτομο αποτελούσε για μένα το δέλεαρ για ένα μικρό περίπατο στην περιοχή και συχνά με έκανε από περιέργεια να αλλάξω τη διαδρομή μου. Μου φαινόταν απίστευτο να ζει κάποιος έτσι. Ακόμη και τα βράδια αργά που τύχαινε να περάσω από εκεί, έβλεπα ένα αχνό φως στο παράθυρο σαν κάποιος να έχει ανοιχτή την τηλεόραση. Ποτέ παρά την κατασκοπεία μου δεν κατάφερα να δω τι παρακολουθούσε ο άνδρας. Πριν κάποιες μέρες πέρασα από το μικρό σπίτι. Κανείς στην αυλή. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να χαμογελάσω πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος θα είχε βρει εκείνο το πρωινό κάποια ενασχόληση. Επιτέλους! Την επομένη πάλι κανείς. Την μεθεπομένη κανείς. Σκέφτηκα ότι μπορεί τελικά να βρήκε μια δουλειά και να εργάζεται τις ώρες που έτυχε να περάσω. Κάτι όμως απροσδιόριστο δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Ξαναπέρναγα και ξαναπέρναγα από το σπίτι του και ώρες άσχετες. Κανείς. Απόλυτο σκοτάδι. Υπήρχε μόνο το τραπέζι και η καρέκλα τακτοποιημένα τα δυο τους σε μια αδειανή αυλή η οποία φαινόταν ότι έχει να σκουπιστεί καιρό. Δεν χρειάστηκε να το ερευνήσω το θέμα περισσότερο καιρό. «Τα μάθατε τα νέα; Πέθανε ο Ανδρέας». Ποιος Ανδρέας; Λέω εγώ που δεν γνωρίζω παρά ελάχιστους στη νέα μου γειτονιά. «Α το φουκαρά. Μεγάλος τζογαδόρος. Ξόδεψε μια ζωή στο τζόγο. Στη αρχή ήταν ο ιππόδρομος. Μόλις έφυγε ο ιππόδρομος από την περιοχή, κόντευε να πεθάνει. Μετά άρχισε να παίζει λόττο. Όλη μέρα κάθε μέρα. Περίμενε να πιάσει την καλή. Ούτε γυναίκα ούτε παιδιά ούτε οικογένεια. Του είχε αφήσει μια μικρή σύνταξη η μάνα του και με αυτή την έβγαζε. Κάποια στιγμή μεγάλος έπιασε το λόττο. Σου λέει κέρδισε εκατομμύρια. Όλοι λέγαμε τυχερός ο Αντρίκος επιτέλους τα κατάφερε, χαλάλι τόσα δελτία, τόσα χρόνια. Θα πάρει άλλο σπίτι, θα ανοίξει κανένα μαγαζί. Μπαα! Χάρισε τα λεφτά στους γειτόνους και σε ιδρύματα. Δεν κράτησε τίποτα για κείνον. Ούτε για τα γεράματά του ούτε τίποτα. Και άρχιζε πάλι να παίζει μανιωδώς. Δεν είχε άλλο νόημα η ζωή του του δόλιου. Μια ζωή αυτό έμαθε να κάνει, αυτό έκανε. Τώρα στα πίσω –πίσω θα άλλαζε; Ξόδεψε όλο του το βιος. Ξόδεψε τη ζωή του περιμένοντας την τύχη. Και όταν η τύχη του χτύπησε την πόρτα είχε ξεμάθει πια τι να την κάνει… Τον ρώταγες τι κάνεις Αντρέα; Την πουτάνα την τύχη ψάχνω, θα την πιάσω δεν θα την πιάσω. Κι όταν σου λέει είχε κερδίσει τα λεφτά είχε κάτσει ώρες μπροστά στο δελτίο και το κοίταγε ανέκφραστος. Τι να πεις; Άρρωστος άνθρωπος με τον τζόγο, μίζερος και μονόχνωτος μια ζωή. Τι να την κάνεις την τύχη όταν έχεις επιλέξει τη δυστυχία; Θεός σχωρέστον». Έμεινα στήλη άλατος. Ο άνθρωπος που παρακολουθούσα επί μακρόν και μου είχε κινήσει τόσο το ενδιαφέρον ήταν ένας τζογαδόρος. Δεν ήταν κοινός τζογαδόρος αυτό είναι βέβαιο. Μήπως όμως δεν ήταν παρά ο κοινός τζογαδόρος που ζει και αναπνέει μόνο για τη στιγμή μιας κλήρωσης ή της αδρεναλίνης που εκκρίνεται την ώρα του παιχνιδιού; Με τη δωρεά που έκανε βέβαια του έμεινε η ρετσινιά του φιλάνθρωπου αυτού που από όσα έμαθα δεν έλεγε ποτέ σε κανέναν ούτε καλημέρα. Εξακολουθώ να περνάω από το σπίτι του Ανδρέα. Τώρα μένει εκεί μια οικογένεια προσφύγων. Η αυλή είναι γεμάτη γλάστρες, παιδικά παιχνίδια και μαντίλες απλωμένες μαζί με πολύχρωμα καφτάνια. Η ζωή επέστρεψε σκέφτηκα και χαμογέλασα σε ένα παιδάκι που μόλις είδε ότι ήμουν φιλική μίλησε στην άγνωστη γλώσσα του κουνώντας τα βρώμικα χεράκια του. Πριν στρίψω στη γωνία όμως σα να πήρε το μάτι μου σε μια γωνιά της αυλής τον Αντρέα σκυμμένο στο τραπεζάκι του. Τώρα δεν έχει λόγο να περιμένει την τύχη αλλά ποιος ξέρει; Ίσως να περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία.

Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

Το παγκάκι μου


Έχω ένα παγκάκι αγαπημένο. Είναι σε ένα παρκάκι στη γειτονιά του πατρικού μου σπιτιού, δίπλα σε ένα περίπτερο από όπου παίρναμε τσιγάρα πριν τις νεανικές μας συναντήσεις, πίσω από μια στάση από όπου πήρα τα πρώτα μου λεωφορεία για το πανεπιστήμιο, για την πρώτη μου δουλειά, μπροστά από ένα σινεμά που τώρα έχει κλείσει όπου είδα την πρώτη μου ταινια με τον πατέρα μου όταν ήμουν δέκα χρονών με ένα παιδάκι που χάνεται στη ζούγκλα με έναν ετοιμοθάνατο ο οποίος προσπαθεί να του μάθει να επιβιώνει μόνο του. Είναι ένα παγκάκι όπου καθόμουν σκαστή από τους γονείς μου με το μεγάλο μου έρωτα. Εκεί φλερτάραμε με ποίηση, ανταλλάσσαμε ερωτικά λόγια σε χαρτάκια από πακέτα τσιγάρων, φιλιά, καβγαδάκια λόγω ζήλιας. Εκεί ήπιαμε τις πρώτες μας μπύρες. Ίσως και να σκάλισα τα αρχικά μας μηχανικά κάποτε στο ξύλο του. Δεν θυμάμαι. Τα παντοτινά τα φοβόμουν ανέκαθεν. Θα σ’ αγαπώ για πάντα, θα είμαστε μαζί για πάντα. Δεν τα έπιανα ποτέ στο στόμα μου από δέος και σεβασμό στην αντοχή όλων όσων διαρκούν πολύ. Κι εκείνα σαν συνένοχα με άφησαν στην ησυχία μου. Τα παντοτινά λοιπόν ανέκαθεν τα φοβόμουν γιατί είναι αναντίρρητα τα πιο επικίνδυνα. Βλέπεις δεν χαράσσονται απλώς σε ένα παγκάκι. Χαράζουν εσένα τον ίδιο. Το παγκάκι λοιπόν αυτό κάτω από τα δέντρα του πάρκου από πράσινο που ήταν έχει γίνει λευκό από τις κουτσουλιές. Είναι όμως πολύ συμπονετικό το παγκάκι μου. Επιτελεί έργο σημαντικότερο από το να φιλοξενεί ερωτευμένα ζευγαράκια. Έχει πάρει προαγωγή στον τομέα της φιλοξενίας. Στο παγκάκι μου πια κοιμούνται άστεγοι. Πριν γείρουν να κοιμηθούν οι άστεγοι στρώνουν μια νάιλον σακούλα με τα αποκτήματα της μέρας από τα σκουπίδια ή τους φιλεύσπλαχνους περίοικους για να φάνε. Απλώνουν τα ρούχα που πλένουν στη διπλανή βρυσούλα στο παγκάκι για να στεγνώσουν. Και το πρωί όταν η βουή της πόλης και οι κουτσουλιές δε αφήνουν πολλά περιθώρια για ύπνο, το παρκάκι γεμίζει από άστεγους, άνεργους παλινοστούντες και αλλοδαπούς που παίζουν πρέφα, κάνουν αγώνες στο σκάκι, τότε το παγκάκι γίνεται το άρμα τους που πολεμούν στρατούς ολάκερους. Τα στρατιωτάκια, ο πύργος, οι ίπποι κι οι τρελλοί μάχονται αδυσώπητα την ιδέα των τραπεζιτών που λυμαίνονται το αύριο, του ΔΝΤ που μας απομυζά, των διεφθαρμένων κυβερνήσεων, της ουράς στον ΟΑΕΔ, της πρέζας, των καταναγκασμένων ιεροδούλων, των ανασφάλιστων παιδιών, των άπορων καρκινοπαθών, του ωχαδελφισμού μας. Και οι μάχες αυτές εκτονώνουν τόσους θυμωμένους ανθρώπους που ο θυμός τους μάλλον θα κατέληγε στις γυναίκες και τα παιδιά τους ή σε κάνενα τυχόντα που θα εισέπραττε καμιά αδέσποτη. Το παγκάκι μου ξέρει να απορροφά τους κραδασμούς αυτού του θυμού, του πόνου, της μιζέριας και να αναδίδει τη μυρωδιά του μαζί που σκεπάζει τη μυρωδιά από κάτουρο, ιδρώτα και φτηνό αλκοόλ. Γιατί μαζί κάθονται οι κώλοι στο παγκάκι αυτό. Σήμερα είναι ο δικός τους, αύριο ο δικός σου, μεθαύριο ο δικός μου. Οι κώλοι αυτοί που κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα όμως δεν το καίνε το παγκάκι μου. Το ξύλο του ξέρει από τραχείς ανθρώπους. Γιατί η κακουχία γεννάει τραχύτητα. Η κακουχία γεννά αγρίμια. Η κακουχία γεννά βία. Αυτά όλα το παγκάκι μου τα μεταμορφώνει σε τρυφερότητα, σε στοργή. Φαίνεται θα έχουν καθίσει πολλοί ερωτευμένοι που απήγγειλαν ποιητικά ερωτόλογα και του έχουν αφήσει κληρονομιά. Έχει αποθηκεύσει φαίνεται πολλή αγάπη και πολλή ποίηση. Ποτέ δεν πάνε χαμένα αυτά. Πάντα όλο και κάπου θα χρειαστούν. Το παγκάκι μου ξέρει από ποίηση. Και γι’ αυτό είναι γενναιόδωρο. Και το παγκάκι μου δίνει σκιά, δίνει καταφύγιο, δίνει ξεκούραση, δίνει εναύσματα για κουβέντα, για καβγά, για επικοινωνία, για εξομολόγηση, δίνει το παράδειγμα του τι σημαίνει άνθρωπος και πώς γίνεται καλύτερος. Είμαι περήφανη για το παγκάκι μου. Γιατί δεν ‘πα να είναι φθαρμένο, χαραγμένο, άβαφο, βρώμικο, κουτσουλημένο και να κάνει ύποπτες συναναστροφές, έχει αγάπη και τη μοιράζει απλόχερα. Γιατί το παγκάκι μου δεν είναι από ξύλο. Είναι φτιαγμένο με μνήμες. Δικές μου, δικές σου, μνήμες αυτής της γειτονιάς, αυτού του τόπου που ξέρει τι θα πει φτώχεια, τι θα πει ξεριζωμός, τι θα πει πόνος, τι θα πει νοσταλγία, τι θα πει αλληλεγγύη, τι θα πει συμπόνοια, τι θα πει φιλοξενία, τι θα πει ευαισθησία, τι θα πει ποίηση. Το παγκάκι μου είναι παράδειγμα προς μίμηση. Το παγκάκι μου τελικά είναι ποιητής το ίδιο.     

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2009

Θετική σκέψη

Είμαι το λοξό βλέμμα μιας έφηβης.
Όχι η γυναίκα.
Το βρόχινο νερό που κυλάει πάνω σε ένα αρχαϊκό αριστούργημα.
Όχι το κάλλος.
Η σκουριά μιας άγκυρας.
Όχι το καράβι.
Η πίκρα μιας ερωτικής απογοήτευσης.
Όχι ο ερωτευμένος.
Πρόχειρα σχεδιάσματα ενός ποιητή.
Όχι το ποίημα.
Το όξινο άρωμα ενός εσπεριδοειδούς.
Όχι η γεύση.
Η πολυκαιρισμένη κιτρινίλα λευκών σελίδων.
Όχι το μυθιστόρημα.
Το στίγμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Όχι η ανάμνηση.
Η βεβιασμένη κατάφαση μετά από βασανιστήρια.
Όχι το όχι.

Δεν θα μπορούσα να είμαι ούτε καν μια γενναία σιωπή.

Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2009

Old-fashioned

Εκείνο το απόγευμα είπα να καθίσω λίγο να χαζέψω μαζί της. Ποιος ξέρει τι ιστορίες πάλι θα μου έλεγε, πόσο θα με παρέσυρε σε άλλους κόσμους, πόσο θα γούρλωνα τα μάτια από την έκπληξη ή πόσο θα ξεχείλωνα το στόμα από τα χασμουρητά. Δεν θα ξεχάσω πόσες φορές με είχε κανακέψει, με είχε χαλαρώσει, με είχε ξενυχτήσει κάνοντάς με να ονειρευτώ, να συγκινηθώ, να ξεχαστώ ή και να εκνευριστώ, να θυμώσω, να ψυχοπλακωθώ… Το καρυδί της χρώμα, όποτε είχα στενοχώριες κάπως με ηρεμούσε. Είχε γεράσει βέβαια πια. Δε σου τα έδειχνε πια όλα, μόνο τα μισά, τα χρώματά της είχαν ατονήσει. Που η παλιά ζωντάνια, η ένταση… Την είχα δει για πρώτη φορά όταν ήμουν παιδί κι από τότε δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Σαν μια στοργική γιαγιά μου έλεγε ιστορίες άλλοτε αληθινές και εμψυχωτικές, άλλοτε αποτρόπαιες, παραμύθια άλλοτε πολύτιμα σαν θησαυρούς άλλοτε καταστροφικά σα ναρκωτικά. Μεγάλωσα μαζί της. Και τώρα που γέρασε να την πετάξω στον δρόμο; Να την αφήσω έτσι απλά να στέκεται σαν έπιπλο άψυχο του σπιτιού σε κάποια γωνία στο γραφείο ή στο σαλόνι; Η κατάσταση είχε όμως πια φτάσει στο απροχώρητο. Δεν μπορούσες να παρακολουθήσεις τίποτα από αυτά που έλεγε. Έπιανες μόνο κάτι ασυνάρτητες εικόνες, με αχνά μπερδεμένα χρώματα, οι φράσεις λειψές κι αυτές, με αποκορύφωμα μια ολόμαυρη κορδέλα τεράστια. Ανάλογα με τη διάθεσή μου, κάποτε την έβλεπα σαν πειρατή, κάποτε σαν απεργό πείνας, άλλοτε πάλι σαν γυναίκα βαρυπενθούσα ή σαν εύθυμη χήρα που με περιγελά μα τέλος πάντων διαρκώς δυσλειτουργική και φανερά κουρασμένη. Όσο για την εμφάνισή της, ρετρό, με μια παλιομοδίτικη μουσειακή σχεδόν επένδυση. Οι φίλοι όλοι με κορόιδευαν. Τι την έχεις και την κρατάς; Έχει κλατάρει πια δεν το βλέπεις; Είναι άχρηστη και σου είναι βάρος. Κι όμως μερικά δειλινά, λες και την άκουγα να αγκομαχεί και να βαριανασαίνει. Βαριά, πληθωρική όπως πάντα αλλά με μειωμένες λειτουργίες. Γήρας ου γαρ έρχεται μόνο. Δεν πετάς όμως έτσι εύκολα την ιστορία σου. Φθάρηκε πια το σκαρί της αλλά όχι από μόνο του, από την πολλή χρήση, τη δική μου. Μου έκανε παρέα, απάλαινε τον πόνο μου όταν ήμουν άρρωστη, μελαγχολική, θυμήθηκα πόσα και πόσα βράδια με τηγανιτές πατάτες, με φίλους, με χαρτομάντιλα και με ένρινα χάχανα πέρασα μαζί της. Τρία σπίτια άλλαξα και με ακολούθησε σε όλα. Θυμάμαι τη χαρά μου όταν ο πατέρας την είχε φέρει από μια χώρα μακρινή τότε που ταξίδεψε. Ήταν το δώρο μου για την πολύμηνη απουσία του στο εξωτερικό. Αργότερα, ήταν η γλυκιά μου ανταμοιβή όταν τελείωνα τα μαθήματά μου, η ξεκούρασή μου σε δύσκολες αγχογόνες εξετάσεις, σε ερωτικές απογοητεύσεις, σε αρρώστιες που με καθήλωναν στο σπίτι, σε εμμονικές αναμονές, το καταφύγιο σε θορυβώδεις καβγάδες, το συγχωροχάρτι σε ανελέητες ενοχές, το βάλσαμο σε στιγμές εκκωφαντικής σιωπής και επιβεβλημένης υπομονής. Ή σε στιγμές ανέμελες, σε θεσμικά ιστορικά στιγμιότυπα της Eurovision, των Καλλιστείων, των εκλογών, πανευρωπαϊκών αθλητικών διακρίσεων της χώρας, στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε ντέρμπυ χουλιγκανικά, σε πυρκαγιές που έκαιγαν τη χώρα, σε σεισμούς και καταποντισμούς, σε εκρηκτικές διαδηλώσεις, σε πολέμους αληθινούς ή κατασκευασμένους. Μεγαλώσαμε μαζί. Μελαγχολήσαμε μαζί. Ζήσαμε μαζί. Εκείνο το απόγευμα, είχα πραγματικά διχαστεί. Να την πετάξω, να πάει στο καλό; Ούτως ή άλλως σε ένα δυο χρόνια θα μου είναι άχρηστη με τη νέα ψηφιακή τεχνολογία. Από την άλλη, αυτός ο πολιτισμός που έχει διαπρέψει στην υπερκατανάλωση και στη δημιουργία απορριμάτων κάνει τα υπερκινητικά μου έντερα να γυρίζουν ολοένα και περισσότερο. Όλοι πια είμαστε αναλώσιμοι. Ουδείς αναντικατάστατος. Και πάει λέγοντας. Η ιδιοσυγκρασία μου και η μούσα της Μνημοσύνης με νουθέτησαν ευτυχώς. Παρά την κατακραυγή του περίγυρου, τις επιταγές του φενγκ σούι που επιβάλλει ενέργεια από καινούργια αντικείμενα, την αισθητική αστυνομία που θα ενοχοποιούσε πάραυτα το καθιστικό μου, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Τη φόρτωσα σε ένα αναπηρικό καροτσάκι και την πήγα στο γιατρό. Εκείνος άφησε ένα μειδίαμα. Θα είχε συναντήσει κι άλλους παλιομοδίτες. «Θα με ταλαιπωρήσει λίγο αλλά θα δω τι μπορώ να κάνω». «Δεν θέλω να την αποχωριστώ, έχει μεγάλη συναισθηματική αξία, καταλαβαίνετε»; ρώτησα εναγωνίως. «Θα βάλω τα δυνατά μου» με καθησύχασε. Σήμερα, βγήκε από το νοσοκομείο. Είναι αγνώριστη! Δεν έχει βέβαια το ίδιο σφρίγος και την ίδια ζωντάνια στα χρώματα. Είναι γιαγιούλα, δεν περιμένω και θαύματα. Το ραδιόφωνο παίζει το “ancora vivo” και είναι σα να το τραγουδάει εκείνη. Γελάω πονηρά κάτω από τα μουστάκια μου. Έφτιαξα ποπ κορν, κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ κι απόλαυσα το μεταλλικό ήχο από το άνοιγμα μιας μπίρας. Πάτησα το κουμπί στο τηλεκοντρόλ. Γρήγορα αντανακλαστικά, ευκρινής εικόνα απλώς πιο θαμπή σαν τα μαλλιά μου μετά τις τόσες βαφές. Πετυχαίνω ταινία εποχής απ’ τις αγαπημένες μου. Της κλείνω συνομωτικά το μάτι. Απόψε θα το κάψουμε!

Παρασκευή, Ιουλίου 25, 2008

Δειλινοφύλακας

Είμαι στο υπόγειο.
Κυριολεκτώ.
Με τέτοιες λέξεις δεν κάνουνε αστεία
Δεν περνάω ασκόπως τον καιρό μου
Εργάζομαι σε μια πολύ σπουδαία θέση!
Είμαι δειλινοφύλακας!
Που και που, απομακρύνομαι από το πόστο μου
Ανάβω ένα τσιγάρο
Να τώρα ας πούμε, η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή
ξέρετε, βγάζει στον ακάλυπτο
Μπαίνει που και που ένας άνεμος
Κουρασμένος και κίτρινος
Απ’ τους πολλούς καφέδες
Μπαίνει που και που και κανένα πουλί
Που ψάχνει την κλίση του
Όταν βηματίζω πάνω κάτω πάνω κάτω
Μπροστά μου υψώνεται το κλιμακοστάσιο
Μου θυμίζει τον πύργο της Βαβέλ
ακολουθώ με τα μάτια τον καπνό που στροβιλίζεται
σαν δερβίσης προς τα επάνω.
Τώρα ένα παιδί στο ισόγειο κρατά ένα μπαλόνι
Ρίχνει το κορδόνι να με γαργαλήσει.
Ή μήπως να με τραβήξει ψηλά;
Είναι παράξενο πως τα παιδιά διδάσκουν ότι
δεν είναι πάντα απαραίτητη η γλώσσα
Μου πάει που είμαι δειλινοφύλακας, δεν λέω...
Αλλά και πάλι σάμπως φυλάω και τίποτα σπουδαίο;
Αξία έχουν τα σπάνια
Σαν τα ξέφραγα αμπέλια...
Αστραπιαίο πέρασμα από τον καθρέφτη
Το άσπρο μου πουκάμισο
Σα φτερούγισμα
ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...
Σε λίγο τελειώνει η βάρδια
ακούω το πλήθος σα μελίσσι να απομακρύνεται
Ξάφνικα οι θόρυβοι κι οι ήχοι κοπάζουν εντελώς
Ερήμωσε το εμπορικό κέντρο
Λες κι ερήμωσε όλη η πόλη
Σκοτάδι.
Επιτέλους σχολάω.
Τραβάω απαλά την πόρτα
Δεν είναι από φόβο
Η νύχτα πρέπει να μένει ανενόχλητη!
θα μου πείτε αυτό είναι επικίνδυνο.
Ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασαλεύσει την τάξη!
Κι εμένα τι με νοιάζει;
Εγώ δεν είμαι παρά απλός δειλινοφύλακας
ας αναλάβουν άλλοι
εραστές Πανάρχαιων μυστικών
Βραδινών παθών,
μύχιοι πόθοι,
κρυμμένα ποιήματα στο συρτάρι
νότες με στιλέτα
η φαντασία με τα φτερά της Σαμοθράκης,
οι απανταχού χαλινομάχοι
γητευτές,
απάτριδες,
η Αδυναμία στο 1+1=3
μεθυσμένοι
άσωτοι
μάγοι
τσαρλατάνοι
ονειροπόλοι....
Κλειδώνω την πόρτα και φεύγω
Ενεργοποιώ το συναγερμό.
1,2,3,....
Άλλωστε,
4,5,6,7...
όταν τελειώσει η δουλειά μου
8,9,10,11,...
βιάζομαι γιατί
12,13,14,...
δεν ξέρω αν σας το 'πα...
15,16,....
μόλις νυχτώσει
17,...
είμαι αυτή
18,19,..
που τα φυλάει...
..20!
Φτου και βγαίνω!

Παρασκευή, Ιουλίου 18, 2008

Η μικρή μου αλεπού

Ευλογημένη ρουτίνα με ανατροπές πολυτελείας
Ή
Ανατροπή διαρκείας με μικρές ρουτίνες;
Μην απαντήσεις χωρίς να φορέσεις τις μπότες σου.
Η επιλογή τσαλαβουτάει τα πόδια της στα λασπόνερα.
Αν στόχος σου είναι βέβαια το out of the box
Κι αν βέβαια δεν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι ξέρεις τι έχει μέσα….
Το σίγουρο είναι ότι το προσωπικό μας σύμπαν διευρύνεται
Δραματικά
Για την ακρίβεια δεν συμμαζεύεται
Και ξεκινάει να διευρύνεται
Ακριβώς όταν ξεκινά να συρρικνώνεται ο εγκέφαλος
Και να μετατρέπεται η ψυχή σε μπετόν αρμέ
Πες μας και κάτι καινούργιο…
Μου είναι αδύνατο να πω κάτι καινούργιο
Να χτίσω όμως ένα σύμπαν με πανάρχαια υλικά
Να γίνω ένας μικρούλης θεός
Ένας τόσος δα δημιουργός
Ακίνδυνο μπαχαλάκι των Μεγάλων
Χάνεις πολύ χρόνο για να ξεμπερδέψεις τα πράγματα
Άλλο όμως η δύναμη κι άλλο η δημιουργία
Εντάξει εντάξει
Η γνώση είναι δύναμη και η δύναμη είναι γνώση
Με τη φαντασία τι γίνεται;
Έχει αδιευκρίνιστα εργαλεία
Δεν τρώει όλο το φαί της
Είναι αντιδραστική
Αλλά σε τι;
Τι την μπλοκάρει;
Τι την μπλογκάρει;
Τι σκατά την κρατάει μέσα στο κουτί;
Γιατί μου δαγκώνει τα χέρια;
Πώς να την κανακέψω
Πώς να την βγάλω απ’ τη φωλιά της
Την άγρια μικρή μου αλεπού;

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

dead things

Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πλέον θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Μοιάζουν με
Γαλήνιο θρόισμα κουρτίνας
Στο φως του μεσημεριού
Πριν σε πάρει ο ύπνος
με ήχο από καύτρα τσιγάρου
σε επαφή με το οξυγόνο
με νερό που κυλά
Αδιάφορο προορισμού
Με γουλιά οινοπνεύματος
Σε στιγμή ρέμβης
Με ειλικρινή κατάνυξη.
Με μυρωδιές
Των παιδικών σου χρόνων.
Τα νεκρά πράγματα
Μοιάζουν με τη στιγμή
Όταν τη ζεις δυνατά.
Με τον ακαριαίο της θάνατο
Με την διάσταση του χρόνου
Που τον αντιλαμβάνεσαι
Μόνο ανεπιστρεπτί
Με τον υποθετικό λόγο
με το άπιαστο όνειρο
Με την ασέλγεια των ιερών σου
Τα νεκρά πράγματα
Είναι που αγαπώ με πάθος
κι αν προτιμάς
που εμπιστεύομαι
Σαν ό,τι έχει τουλάχιστον μια φορά πεθάνει
Άλλωστε…
Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πια θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…