Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2021

Κατερίνα

 

Η Κατερίνα έμενε στον ίδιο όροφο με μας, όταν ήμουν παιδί. Ήταν περίπου 40 και μετακόμισε ξαφνικά στην πολυκατοικία μας. Έγιναν φίλες με τη μάνα μου αμέσως και μερικές φορές κοιμόταν σπίτι μας γιατί τότε δούλευε ο πατέρας μου στο εξωτερικό. Οι συζητήσεις τους παρέπαιαν ανάμεσα σε φεμινιστικά κρεσέντο και κατινιές για τα αφεντικά και τους συντρόφους τους. Θυμάμαι ότι κάπνιζε αρειμανίως κι έμοιαζε με έναν απροσδιόριστο τρόπο με τη Ρένα Βλαχοπούλου από την ανάποδη όμως. Γιατί η Κατερίνα απέπνεε πάντα κάτι λυπημένο. Οι γραμμές του προσώπου της είχαν πάρει την κατιούσα είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω εκφραστικών κινήσεων και ανάλογων μορφασμών. Μερικές φορές η μάνα μου με άφηνε σε εκείνη. Μου τηγάνιζε πατάτες και μου έστρωνε τραπέζι σε μια ροτόντα ξύλινη που την είχε πάντα στολισμένη με ένα κεντητό σεμέν. Της άρεσε να μασκαρευόμαστε τις απόκριες, άλλο που δεν ήθελα κι εγώ. Ήταν αρραβωνιασμένη με έναν αστυνομικό, πράγμα που δεν χαροποιούσε καθόλου τη μάνα μου (γιατί από τότε δεν τους συμπαθούσε καθόλου) αλλά ούτε την Κατερίνα. Αυτό μου έκανε τεράστια εντύπωση τότε. Δεν την κακοποιούσε ούτε την κακομεταχειριζόταν αλλά δεν τραβούσε η σχέση τους. Όταν χώρισαν κάποια στιγμή, η Κατερίνα σα να βρήκε την υγεία της. Σα να έφτιαξε η διάθεση της. Περιποιούταν περισσότερο τον εαυτό της και ήταν πιο εύθυμη. Γνώρισε έναν ανθοπώλη, χαριτωμένο καλόχαρο άνθρωπο που την ερωτεύθηκε πολύ. Από μπάτσο σε λουλουδά, έλεγε η μάνα μου χαριτολογώντας κι εμένα τώρα που το γράφω, μου ’ρθε συνειρμός μια κοπέλα που είδα σε φωτογραφία να δίνει λουλούδι σε ένα ματατζή σε διαδήλωση. Με τα πολλά, η Κατερίνα παντρεύτηκε τον ανθοπώλη κι έκαναν μαζί ένα μωρό. Ήταν άλλος άνθρωπος πλέον, σα να άνθισε και τώρα θύμιζε πραγματικά τη Βλαχοπούλου, με το χαμόγελο και τα πειράγματα της, ήταν η χαρά της ζωής.

Δεν πέρασε ένας χρόνος από τη γέννηση του μωρού της και πέθανε. Επιθετικός καρκίνος. Ο Παντελής συντετριμμένος μεγάλωσε μόνος το μωρό που έγινε ένα υπέροχο κορίτσι που της μοιάζει.

Πριν λίγο πέρασα από την Οινόη που ήταν το χωριό της.

 


Τετάρτη, Ιουνίου 09, 2021

Κανονική καλημέρα

Αφήνω τη μικρή σχολείο. Ποιητική ήρεμη διαδρομή με πουλάκια, γατάκια κι ένα απαλό αεράκι. Μποτιλιάρισμα στους δρόμους. Στο Κουκάκι κλασικά ένα μεγάλο φορτηγό ξεφορτώνει στο Σκλαβενίτη. Κορναρίσματα και φάσκελα από εκνευρισμένους οδηγούς. Μια κοπέλα με πολύχρωμη μαντήλα ανοίγει το μπλοκ και ζωγραφίζει με παστέλ στη στάση. Η γνωστή άστεγη της γωνίας κοιμάται βαθιά. Κάποιος της άφησε παραδίπλα μια τσάντα με κουλούρι και νερό. Τα καφέ της Κοραή ξαναγέμισαν με κόσμο που λουφάρει. Τα παλικάρια της ΕΛ.ΑΣ. και της Δημοτικής Αστυνομίας περιστοιχίζουν τα Υπουργεία. Αφίσες παντού και συζητήσεις για την αυριανή απεργία. Είναι μια όμορφη καινούργια μέρα!

Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2021

Η γραφή

 

Ξεκινώντας να γράφεις θεωρείται ότι πάντα ξέρεις τι θέλεις να πεις. Αυτό όμως δεν είναι ακριβές. Μπορείς απλά να θέλεις να ακούσεις έναν ήχο στο πληκτρολόγιο μόνο και μόνο για να σπάσεις τη σιωπή. Ή την έλλειψη έμπνευσης. Ή μπορεί να χρειάζεται να γράψεις κάτι για να βιοποριστείς. Από την άλλη, μπορεί να θέλεις να επικοινωνήσεις με κάποιον, να σπάσεις τον πάγο, και να μην ξέρεις ούτε πώς να ξεκινήσεις ούτε πώς να συνεχίσεις. Ίσως πάλι σου αρέσει να βλέπεις να γεννιούνται μαύρα μικρά στίγματα που αυξάνονται και πληθύνονται σαν μυρμήγκια στη σειρά προς τη φωλιά. Ή ακόμη ακόμη απλά να σου αρέσει  να γράφεις. Να έχεις κόλλημα με το να σχηματίζεις λέξεις και προτάσεις. Ό,τι κι αν είναι αυτό. Λίστα για ψώνια, διοικητικό έγγραφο, διαγώνισμα μαθηματικών, ερωτικό ποίημα, απειλητικό σημείωμα, τραγουδάκι, διήγημα, ποίημα, ακόμη και διαθήκη. Ο σημαντικότερος όμως λόγος πιστεύω , είναι για να αδειάσεις τον σκληρό σου δίσκο. Γιατί, άμα το καλοσκεφτείς, το μυαλό είναι ένας υπολογιστής, πόσα να χωρέσει χωρίς  να κρασάρει; Θέλεις, λοιπόν, να ακουμπήσεις όσα φευγαλέα σου έρχονται στο νου για να μην τα ξεχάσεις, όσα έχεις και τα κρατάς μέσα σου εδώ και πολύ καιρό και όσα πρέπει να καταγράψεις γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει κανείς άλλος πια να τα θυμάται εκτός από σένα. Επίσης, θέλεις να συνεχίσεις να γράφεις ίσως για να σε γνωρίσουν οι άνθρωποι που δεν σε γνώρισαν από παιδί, οι άνθρωποι που σε γνώρισαν απευθείας μεσήλικη, οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, κάποιοι άνθρωποι, πέντε-έξι άνθρωποι ή ίσως μόνο δυο-τρεις, αν υποθέσουμε ότι σε γνωρίζει η ίδια σου η μάνα  ή ο σύντροφός σου, και πάλι τώρα που το καλοσκέφτομαι, ένας άνθρωπος αρκεί να θέλεις να σε γνωρίσει, ο γιος σου ή η κόρη σου.  

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2021

Ο Μπουρμπουληθροθώρητος και η Μολυβένια

 

Φσίου φσίου κρατς μπαααααμ! Ένας άνεμος γρήγορος και δυνατός φυσούσε στην πόλη και παρέσυρε στο διάβα του ό,τι έβρισκε σαν αφηνιασμένο άλογο: Τενεκέδες που έσκαγαν με πάταγο λίγα μέτρα πιο κει, τα κοντάρια από τις σκούπες των οδοκαθαριστών που έτσι όπως έπεφταν λες και ξιφομαχούσαν, σκόρπιζε τα άνθη από τις γλάστρες στα μπαλκόνια που έραιναν τους περαστικούς λες κι ήταν νεόνυμφοι, έδινε το παράγγελμα για τον χορό των μπουγάδων, στροβίλιζε τα σκουπίδια στις άκρες του δρόμου έτσι που οι δίνες τους να μοιάζουν με πολύχρωμες σβούρες, σήκωνε τις φούστες των μαμάδων, έπαιρνε τα καπέλα από τους διαβάτες, έκανε τις σημαίες να πλαταγίζουν, μπέρδευε τα λυτά μαλλιά των κοριτσιών. Η πόλη ολόκληρη με τέτοιο άνεμο ήταν σε επιφυλακή. Πιο πολύ απ’ όλους όμως ο Μπουρμπουληθροθώρητος. Φτιαγμένος από μπουρμπουλήθρες καθώς ήταν, σκόρπιζε στον άνεμο. Απεχθανόταν ιδιαίτερα τους δυνατούς ανέμους γιατί φυσούσαν τις νεροφουσκάλες του και τον άφηναν τελείως γυμνό. Τα παιδιά βέβαια όποτε συνέβαινε αυτό διασκέδαζαν αφάνταστα γιατί λάτρευαν τα παιχνίδια με το σαπουνόνερο που φυσώντας το μέσα από καλαμάκι σχημάτιζε φούσκες με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου που αιωρούνταν στον αέρα και πιτσίλιζαν όποιον τις έσπαγε. Μαζί με τον Μπουρμπουληθροθώρητο σχεδόν πάντα, βρισκόταν ευτυχώς και η φίλη του η Μολυβένια, σκούρα και κυβική και το βασικότερο βαριά κι ασήκωτη, ό,τι πρέπει να συγκρατεί και τους δυο τους μέσα σε ένα τόσο μανιασμένο άνεμο.

«Μολυβένια Μολυβένια

Με καρδούλα χρυσαφένια

Η αγάπη σου μελένια

Κι εγώ πάντα σ’ έχω έννοια»

Της τραγουδούσε διαρκώς ο Μπουρμπουληθροθώρητος για να της φτιάχνει το κέφι! Και είναι αλήθεια ότι αυτό χρειαζόταν συχνά γιατί η Μολυβένια είχε πάντα τις πιο πολλές ευθύνες γιατί ήταν πιο επιμελής και πιο σοβαρή από τον Μπουρμπουληθροθώρητο που ναι μεν την αγαπούσε πολύ αλλά σκάρωνε διαρκώς παιδιάστικες σκανταλιές που την έκαναν μονίμως να τρέχει για να διορθώσει τις επιπολαιότητές του!

Αυτό βέβαια έκανε τη Μολυβένια να είναι πιο κατσούφα και πιο σκεπτική.

Γλου γλου γλου γλου έκαναν τα περιστέρια που λόγω του ότι δεν μπορούσαν να πετάξουν είχαν μαζευτεί όλα μαζί στα σύρματα της ΔΕΗ για την πρωινή τους συνέλευση κι έτσι όπως είχαν στηθεί έμοιαζαν όπως προεξείχαν τα φτεράκια τους με νότες τετάρτου πάνω σε ένα πελώριο πεντάγραμμο. Κι έτσι όπως φύσηξε για μια στιγμή, μια κουτσουλιά παρασύρθηκε από τον άνεμο και έπεσε σπλατς κατακίτρινη πάνω στη Μολυβένια. «Αυτό μου έλειπε» γκρίνιαξε παραπονιάρικα και πήρε το μπουρμπουληθρένιο χέρι του φίλου της για να ξεπλύνει την κουτσουλιά από πάνω της ενώ εκείνος φώναζε «γούρι-γούρι γούρι-γούρι να σου κουτσουλούν τη μούρη» χαχανίζοντας. Εκείνο το πρωινό οι δυο φίλοι βιάζονταν πολύ γιατί είχαν να ασχοληθούν με μια πολύ σπουδαία υπόθεση. Είχαν βάλει σκοπό να απελευθερώσουν το καναρίνι από το κλουβί του για να πάει να βρει τη μαμά του που επιτέλους τα είχε καταφέρει να το σκάσει από το δικό της κλουβί και το είχε ακολουθήσει στο νέο του σπίτι. Το είχε αγοράσει ένα κοριτσάκι από ένα κατάστημα με κατοικίδια ζώα με τα λεφτά από τα κάλαντα. Το πουλί όμως, αν και το τάιζαν και του είχαν ένα όμορφο σπίτι με θέα στον ροδώνα, δεν κελαηδούσε, δεν χαιρόταν, ένιωθε φυλακισμένο και ήθελε τη μαμά του. Εκείνο το πρωί ήταν κατάλληλο για την επιχείρηση απόδρασης γιατί το κοριτσάκι θα έλειπε στο σχολείο και οι δυο φίλοι άδραξαν την ευκαιρία να βοηθήσουν το καημένο το πτηνό. Κάποτε παρά την αργοπορία τους λόγω του ανέμου, έφτασαν. Έξω από το σπίτι βρισκόταν μια πελώρια κίτρινη μπουλντόζα που έκανε πολύ θόρυβο και είχε νευριάσει το σκύλο του σπιτιού ο οποίος ήταν σε εγρήγορση και γαύγιζε δυνατά. «Ωχ! Τώρα πως θα μπούμε μέσα; Ο σκύλος θα μας μυριστεί αμέσως πόσο μάλλον τώρα που είναι και ανήσυχος. Εμένα δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα αλλά εσένα μπορεί να σε κάνει μια χαψιά είπε η Μολυβένια στο Μπουρμπουληθροθώρητο». «Μην ανησυχείς καθόλου. Θα περιμένουμε να ηρεμήσει ο σκύλος κι εγώ, θα γίνω νερό και θα κυλήσω μέσα στο σπίτι από τη χαραμάδα της πόρτας». «Πρέπει να αφήσεις όμως έξω την καρδιά σου». «Χα χα χα χα χα! Θα την αφήσω σε καλά χέρια, δηλαδή σε σένα!» είπε ο Μπουρμπουληθροθώρητος. Ο φίλος μας επειδή ήταν από μπουρμπουλήθρες η καρδιά του που ήταν πολύτιμη βρισκόταν στο εσωτερικό του σώματός του –αν μπορεί να το πει κανείς σώμα- μέσα σε ένα ξύλινο κουτάκι για να προστατεύεται. Όποτε γδυνόταν για να κάνει μπάνιο στη μπανιέρα ή στη θάλασσα, ή για κάποιον άλλο λόγο όπως τώρα που έπρεπε να γίνει ρευστός για να χωρέσει μέσα από τη χαραμάδα, το έβγαζε και το έδινε στη Μολυβένια που ήταν πάντα η πιστή του σύντροφος. Έτσι και τώρα αυτό έκανε. Η Μολυβένια, πήρε το κουτάκι στα χέρια της και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στον αέρα αφού όποτε τον ακουμπούσε έσπαζε και μια μπουρμπουλήθρα και την πιτσίλιζε. Ο φίλος της άρχισε να στάζει ώσπου σχηματίστηκε μια λιμνούλα έξω από την εξώπορτα του σπιτιού. Σιγά σιγά άρχιζε να κυλάει μέσα στο σπίτι. Η Μολυβένια είχε μείνει απέξω και φυλούσε τσίλιες μην τυχόν και επέστρεφαν οι ιδιοκτήτες και τους έβρισκε μπελάς. Ο σκύλος ήταν στον κήπο απασχολημένος με τη μπουλντόζα ακόμη. Έτσι, ο Μπουρμπουληθροθώρητος γλίστρησε αθόρυβα, άνοιξε το πορτάκι του κλουβιού και ελευθέρωσε το μικρό πουλί, σφυρίζοντας παράλληλα στη μαμά του που περίμενε ανυπόμονα για να έρθει να το πάρει. Και αφού έφερε εις πέρας την αποστολή του, ξανάγινε ρευστός και κύλησε ξανά κάτω από την πόρτα. Στο μεταξύ όμως όση ώρα περίμενε η Μολυβένια απέξω ο σκύλος την είχε μυριστεί και διαρκώς την τριγύριζε με εχθρικά γρυλίσματα. Στην αρχή εκείνη δεν μετακινήθηκε από τη θέση της. Αργότερα όμως που ο σκύλος είχε βάλει στο μάτι το κουτάκι που κρατούσε γιατί το θεώρησε ενδιαφέρον παιχνίδι, εκείνη άρχισε να τρέχει –αν μπορεί να πει κανείς τρέξιμο το αργόσυρτο βάδισμα της Μολυβένιας- και πάνω στη βιασύνη της σκόνταψε στο σκαλοπάτι και της έπεσε το κουτάκι με την καρδιά του Μπουρμπουληθροθώρητου.

Ο σκύλος τότε το άρπαξε γρήγορα γρήγορα και έτρεξε μακριά τόσο ώστε η  Μολυβένια τον έχασε από τα μάτια της. Μην ξέροντας τι να κάνει, κάθισε στα σκαλιά κι άρχισε να κλαίει και τα δάκρυά της ενώθηκαν με τον Μπουρμπουληθροθώρητο που εκείνη την ώρα κυλούσε κάτω από τη χαραμάδα. «Όλα εντάξει. Τα κατάφερα! Τι κάνεις κλαις;» τη ρώτησε. «Συνέβη κάτι τρομερό!» του είπε εκείνη αναλυόμενη σε λυγμούς. Ο Μπουρμπουληθροθώρητος που άρχισε να παίρνει την κανονική του μορφή της είπε: «δώσε μου το κουτάκι με την καρδιά μου και μου τα λες μετά» και μόνο τότε από την έκφραση της Μολυβένιας κατάλαβε ότι το κουτάκι είχε χαθεί. «Τι το έκανες το κουτάκι; Μια στιγμή μόνο έλειψα!» «Μου το πήρε ο σκύλος κι έφυγε μακριά!» «Ε, βέβαια, έτσι χοντρή που είσαι που να τον προλάβεις» ξεστόμισε ο Μπουρμπουληθροθώρητος κι αυτή του η φράση ήταν χειρότερο σοκ για τη φίλη του από το προηγούμενο. Ο Μπουρμπουληθροθώρητος ήταν πάντα γλυκομίλητος ακόμη κι όταν είχε τα νεύρα του και ποτέ μα ποτέ δεν είχε μιλήσει άσχημα σε κανένα πόσο μάλλον σε εκείνη. Εκτός από αυτό, εκείνη την ώρα νευριασμένος καθώς ήταν άρπαξε δυο σύκα από το δέντρο της αυλής και τα έκανε μια χαψιά χωρίς να προσφέρει ούτε ένα στη Μολυβένια ενώ γνώριζε ότι τα σύκα ήταν η αδυναμία της. Και σα να μην έφτανε αυτό, εκείνη τη στιγμή μια γάτα κανελί που τους άκουγε όλη την ώρα με το ίδιο με περισκόπιο υποβρυχίου αυτί της, ανασηκώθηκε και πήγε προς το μέρος τους μυρίζοντας τους επισκέπτες. Ο Μπουρμπουληθροθώρητος τότε, έκανε κάτι πραγματικά κακό. Την άρπαξε από την ουρά, την έφερε δυο σβούρες όπως ο κάου-μπόυ το λάσο του και πέταξε μακριά το δύστυχο ζώο που παραλίγο να χτυπήσει θανάσιμα στον τοίχο της αυλής. Η Μολυβένια τρόμαξε ή μάλλον πανικοβλήθηκε. Ποτέ μα ποτέ δεν είχε ξαναδεί το φίλο της να κάνει κάτι τόσο χυδαίο όσο εκνευρισμένος κι αν ήταν. Επειδή όμως τον γνώριζε καλά και ήταν και πολύ έξυπνη, βρήκε αμέσως το αίτιο του κακού: το κουτάκι με την καρδιά του! Του έλειπε το κουτάκι και τώρα που είχε ξανασχηματιστεί το σώμα του και δεν το είχε ήταν άκαρδος και γι’ αυτό επικίνδυνος. Του είπε αμέσως: «Μπουρμπουληθροθώρητε, επειδή είσαι λίγο άρρωστος, πάμε στο σπίτι να ξαπλώσεις κι εγώ θα ψάξω αμέσως να σου βρω την καρδιά σου. Δεν πρέπει επ’ ουδενί να είσαι εκτός σπιτιού, μπορεί να πάθεις μεγάλο κακό!» «Κι όμως νιώθω περίφημα! Ίσα-ίσα μου ήρθαν κάποιες ιδέες τώρα δα για να περάσω υπέροχα. Όσο για την καρδιά μου χάρισμά σου όταν τη βρεις. Δεν την έχω καμία ανάγκη» είπε και το ύφος του απείχε πολύ από το κανονικό ύφος του φίλου της το καλοκάγαθο και το γελαστό. Τώρα είχε σμίξει τα φρύδια του και είχε παραμορφωθεί σε ένα στριμμένο και άσχημο ον που όσο το παρατηρούσε τόσο παραπάνω την τρόμαζε. Η Μολυβένια είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό να τον κοιτάζει και ξαφνικά ξύπνησε και συνειδητοποίησε πως ό,τι ήταν να κάνει με το κουτάκι έπρεπε να το κάνει σύντομα για να προλάβει να μην καταστραφεί το κουτάκι και κατά συνέπεια η καρδιά του φίλου της. Σκέφτηκε, σκέφτηκε και τελικά αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια άλλων για να τα καταφέρει γρηγορότερα. Κι έτσι ξεκίνησε αργά και βαριά να πάει προς το σπίτι γιατί την περίμενε πολλή δουλειά. Όσο απομακρύνονταν, ο Μπουρμπουληθροθώρητος, είχε φτιάξει μια αυτοσχέδια σφεντόνα και σημάδευε τα περιστέρια που στέκονταν στα σύρματα και μάλιστα ένα το πέτυχε και έπεσε τραυματισμένο στο έδαφος. Η Μολυβένια δεν έπρεπε να χάσει ούτε λεπτό. Ειδοποίησε τον Καπελάτο τον φίλο τους να πάει να περιθάλψει το πουλί και μετά να πάει να τη βρει στο σπίτι της. Έτσι κι έγινε. Λίγο αργότερα, η Μολυβένια είχε ετοιμάσει ένα πάκο χαρτιά που περιέγραφαν την κατάσταση του Μπουρμπουληθροθώρητου και ο Καπελάτος τα μοίραζε σε όλους στην μικρή πόλη, ακόμη και σε όσους δεν ήξεραν να διαβάζουν, το διάβαζε δυνατά:

«Φίλοι μου, ο Μπουρμπουληθροθώρητος διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Ένας ασπρόμαυρος σκύλος πήρε το κουτάκι με την καρδιά του και τώρα ο φίλος μας είναι άκαρδος. Προσοχή προσοχή, επειδή δεν έχει καρδιά μπορεί να προξενήσει ζημιές μεγάλες και να ενοχλήσει πολλούς από σας και να πάθετε κακό. Όμως, μην τον βλάψετε. Είναι άρρωστος. Όταν τον βλέπετε, απλά, να κρύβεστε! Όποιος βρει το κουτάκι να το φέρει στη Μολυβένια! Το απόγευμα συνέλευση στη μεγάλη πλατεία για να κανονιστεί το σχέδιο δράσης μας και να συντονίσουμε το πώς θα βρούμε το κουτάκι με την καρδιά του το γρηγορότερο. Όλοι μπορείτε να βοηθήσετε. Σας περιμένουμε».

Αυτό ήταν το μήνυμα και λίγο-πολύ μέχρι την ώρα της συνέλευσης το είχαν μάθει όλοι. Το απόγευμα στις 5 ακριβώς η πλατεία είχε γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο που ήρθε να βοηθήσει. Τη βασική ευθύνη να ερευνήσουν, την ανέλαβαν τα περιστέρια και τα σπουργίτια. Πετώντας από δω κι από κει θα μάθαιναν που μπορεί να βρίσκεται το κουτάκι. Ο Καπελάτος θα έπιανε κουβέντα με τις γάτες της αυλής για να αντλήσει καμιά παραπάνω πληροφορία, ενώ τα αδέσποτα σκυλιά θα πλησίαζαν τον ασπρόμαυρο σκύλο με ένα κουτί κόκκαλα για να τον καλοπιάσουν και να μάθουν τι απέγινε το κουτάκι. Όταν έβρισκαν που είναι τότε, θα ειδοποιούσαν τη Μολυβένια για να πάει να το πάρει.

Έτσι κι έγινε. Φρου φρου φρου φρου φρου φρου φρου φρου, τα πουλιά φτερούγιζαν χαμηλά σε όλη την πόλη τόσο που οι κάτοικοι νόμιζαν ότι προμηνύεται βροχή. Τα σπουργίτια, έτσι μικρούλικα όπως ήταν έκαναν καλή δουλειά γιατί ήταν εύκολο να κρυφακούνε και κυρίως η μαμά καναρινίνα που της είχαν απελευθερώσει το μικρό. Όλων οι πληροφορίες, έλεγαν πως ο σκύλος επιχείρησε να ανοίξει το κουτάκι με χίλιους δυο τρόπους. Το πέταξε από μια μάντρα κάτω, το πάτησε, το δάγκωσε μα τίποτα. Δεν τα κατάφερε να το ανοίξει. Όλοι έλεγαν ότι μετά το βαρέθηκε και το παράτησε κάπου στο πάρκο. Ναι αλλά πού; Κι αν το βρήκε κανένα παιδάκι και το πήρε μαζί του; Σε λίγο θα άρχιζε να νυχτώνει και δεν θα έβρισκαν τίποτα. Οι σκύλοι πάλι, είχαν μάθει από τον ασπρόμαυρο σκύλο που του άρεσε να κοκορεύεται ότι ναι, είχε βρει ένα κουτάκι, έπαιξε μαζί του αλλά ήταν τόσο βαρετό που μετά το ξέχασε κι αυτός δεν θυμόταν πού. Έτσι, όλοι εκείνο το βράδυ πήγαν στα σπίτια τους και αποφάσισαν να συνεχίσουν την έρευνα την επόμενη μέρα που θα έβγαινε ο ήλιος. Όσο για τη Μολυβένια, δεν κοιμήθηκε καθόλου. Ο Μπουρμπουληθροθώρητος της εκσφενδόνιζε τόσο άσχημα λόγια κι έκανε τόσες σκανταλιές μες το σπίτι που δεν την άφησε να κοιμηθεί καθόλου. Ντιν νταν ντον κοπανούσε τις κατσαρόλες, χρατς χρουτς έσκιζε τα βιβλία και με τις σελίδες της πέταγε σαίτες που παρά λίγο να της βγάλουν κανένα μάτι, γκλον γκλιν γκλον βαρούσε με δύναμη το πιάνο ίσα ίσα για να ενοχλεί τους γείτονες, χραπ έκοβε τα άνθη από τις γλάστρες και τα μαδούσε χωρίς λόγο και έπιανε από την ουρά σαμιαμίδια και τα βασάνιζε. Κι όταν πήγαινε η Μολυβένια να τα ελευθερώσει την έλεγε χοντρή, άσχημη και ζηλιάρα που το μόνο που ήθελε ήταν να του χαλάσει το παιχνίδι!

Δεν είχε ξημερώσει καλά καλά όταν μια αντιπροσωπεία ήρθε να ξυπνήσει τη Μολυβένια και να της πει ότι ο βάτραχος είχε στείλει μήνυμα ότι το κουτάκι βρίσκεται στον πάτο της λίμνης αλλά ότι δεν μπορεί να βοηθήσει γιατί φεύγει εκτός πόλης για δουλειές. Της Μολυβένιας, παρά τη χαρά της, της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Ποιος θα έμπαινε στη λίμνη τώρα που έφυγε ο βάτραχος και που η ίδια δεν ήξερε καν κολύμπι; Μπρρρρ ανατρίχιασε αλλά παρά την απέχθειά της στο νερό έπρεπε να δράσει γρήγορα. Πήρε τους φίλους της, τον Καπελάτο, τα σπουργίτια και δυο τρεις αδέσποτους σκύλους και μια και δυο κατευθύνθηκαν για τη λιμνούλα του πάρκου που ήταν βαθιά και γεμάτη νούφαρα. Όσο κι αν προσπάθησαν με καλάμια του ψαρέματος δεν κατάφεραν να βρουν το κουτάκι γιατί τα καλάμια δεν έφταναν στο βυθό της λίμνης. Ποιος τολμούσε να πέσει μέσα; Ο Καπελάτος δεν υπήρχε περίπτωση, τα σκυλιά κολυμπούσαν και πλατσούριζαν στα νερά αλλά φοβόντουσταν τα νερόφιδα και δεν το αποφάσιζαν. Όσο για τα πουλιά, εκτός από τις πάπιες, τα άλλα δεν το συζητούσαν. Οι πάπιες ήταν μέσα έξω στο νερό και είχαν εντοπίσει που ακριβώς βρισκόταν το κουτάκι αλλά δεν κατάφερναν να το πιάσουν. Η Μολυβένια έπαιρνε βαθιές ανάσες. Έπρεπε να βουτήξει μέσα. «Εσύ; Της φώναξαν όλοι! Και πως θα σε βγάλουμε μετά; Ζυγίζεις όσο όλοι μαζί. Δεν θα τα καταφέρουμε. Μπορούμε να ζητήσουμε τη βοήθεια ενός δύτη». «Θα αργήσουμε για όλ’ αυτά. Αν δεν πέσω στη λίμνη, όσα λεπτά περνούν τόσο πιο άκαρδος γίνεται ο Μπουρμπουληθροθώρητος κι αυτό δεν το αντέχω!» είπε η Μολυβένια και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, βούτηξε στα βαθιά κρύα νερά της λίμνης σηκώνοντας ένα τεράστιο σιντριβάνι νερού από το υπερβολικό της βάρος και πετώντας εκτός λίμνης ένα σωρό χρυσόψαρα που ίδρωσαν να μαζέψουν οι άλλοι και να τα ξαναπετάξουν μέσα για να μην πεθάνουν. Η Μολυβένια βούλιαζε και βούλιαζε. Από τη φούρια της δεν είχε προνοήσει να πάρει ένα καλάμι για να αναπνέει. Το κουτάκι έτσι όπως η φίλη μας έπεσε σα βαρίδι αμέσως στον πάτο, το βρήκε εύκολα και το εκσφενδόνισε έξω από το νερό. Εκτός όμως από αυτό, δεν μπορούσε να κουνηθεί καθόλου. Της ήταν αδύνατον να επιπλεύσει και όσοι ήταν απέξω από τη λίμνη όσο κι αν είχαν σχηματίσει αλυσίδα για να την τραβήξουν έξω, ήταν αδύνατον. Τότε ο Καπελάτος τόλμησε να πάρει την τελική απόφαση. «Θα πάω να βρω τον Μπουρμπουληθροθώρητο. Είναι ο μόνος που μπορεί να βοηθήσει. Στο μεταξύ πετάξτε της αυτό το καλάμι να αναπνέει γιατί θα πνιγεί έτσι όπως πάει». Τακ τακ τακ ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα και ο Μπουρμπουληθροθώρητος σηκώθηκε βρίζοντας αγουροξυπνημένος να ανοίξει. «Ποιος ηλίθιος χαλάει την ησυχία μου νωρίς νωρίς;» «Έφερα το κουτάκι με την καρδιά σου» απάντησε ο Καπελάτος. «Και τι μ’αυτό; Στη ζήτησα; Δεν στη ζήτησα. Είμαι μια χαρά και χωρίς αυτή. Το διασκεδάζω αφάνταστα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έκανα αυτά τα τόσο έξυπνα παιχνίδια και πριν». «Μην χάνουμε χρόνο. Η Μολυβένια κινδυνεύει. Έπεσε στον πάτο της λίμνης μόνο και μόνο για σένα και τώρα μπορεί να πνιγεί. Πάρε την καρδιά σου και έλα!» «Ποσώς με ενδιαφέρει η Μολυβένια. Ποιος της είπε να κάνει τον ήρωα της παλιοχοντρής;» Ο Καπελάτος είδε ότι δεν θα έβγαζε άκρη και αναγκάστηκε να πει ένα ψέμα. «Είναι και κάτι άλλο. Συμβουλευτήκαμε τον γιατρό και είπε ότι αν μέσα σε ένα λεπτό δεν πάρεις πίσω την καρδιά σου μπορεί να αρρωστήσεις βαριά και τότε να μην μπορείς να παίζεις καθόλου». Ο Μπουρμπουληθροθώρητος κατσούφιασε περισσότερο. Έμεινε σιωπηλός για λίγο και μετά νευριασμένος άρπαξε το κουτάκι από τον Καπελάτο και τον έσπρωξε έξω από την πόρτα με μια κλωτσιά. Στο μεταξύ η Μολυβένια είχε λιποθυμήσει και έκανε μπουρμπουλήθρες. Η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή. Ένας σκύλος είχε ήδη πάει να φέρει τη μπουλντόζα για να την τραβήξουν έξω με μια σιδερένια αλυσίδα. Ξαφνικά, εκεί που ο Καπελάτος ξεσκόνιζε το καπέλο του που είχε στραπατσαριστεί από την τούμπα που είχε πάρει έτσι όπως τον έσπρωξε ο Μπουρμπουληθροθώρητος, ακούει το χαρακτηριστικό τρίξιμο της πόρτας νιαρ νιααααρ. Ο Μπουρμπουληθροθώρητος σαν να είχε ξυπνήσει από ύπνο βαθύ, λίγο αποχαυνωμένος, είδε τον Καπελάτο και πήγε να τον βοηθήσει. «Τι έγινε; Χτύπησες; Κάτσε να σε βοηθήσω. Μήπως ξέρεις που πήγε η Μολυβένια; Ποτέ δεν σηκώνεται τόσο πρωί» είπε με ύφος ανήξερο. «Μα τι στο καλό; Την καρδιά του έχασε όχι τη μνήμη του» σκέφτηκε ο Καπελάτος και αμέσως δίχως να χάσει χρόνο έτρεξε μπροστά κάνοντας νόημα στον Μπουρμπουληθροθώρητο να τον ακολουθήσει. «Πού είναι η Μολυβένια; Κινδυνεύει;» ούρλιαξε ο φίλος μας και ήταν αστείος έτσι όπως έτρεχε σα βολίδα γιατί άφηνε πίσω του ένα σωρό μπουρμπουλήθρες όπως αφήνουν τα ψάρια όταν κολυμπούν. Φτάνοντας στη λίμνη, όλοι ήταν σιωπηλοί γιατί είχαν πιστέψει ότι η Μολυβένια πνίγηκε. Η μπουλντόζα με την αλυσίδα, στεκόταν κι αυτή ακίνητη λες κι ήταν λυπημένη.

«Πόύ είναι η Μολυβένια μου;» έκλαιγε ο Μπουρμπουληθροθώρητος και γονατίζοντας άρχισε να τραγουδάει το τραγούδι που της έλεγε συνήθως:

«Μολυβένια Μολυβένια

Με καρδούλα χρυσαφένια

Η αγάπη σου μελένια

Κι εγώ πάντα σ’ έχω έννοια»

Κι έτσι όπως ήταν όλοι σιωπηλοί ακούστηκε ένας παφλασμός στη λίμνη σαν κάποιος από κάτω να ανακινούσε το νερό.

«Η Μολυβένια! Ζει!» φώναξαν όλοι και αμέσως κινητοποιήθηκε η μπουλντόζα και άρχισε να την ανεβάζει αργά και βασανιστικά αγκομαχώντας από το πολύ το βάρος.

Σε λίγο η Μολυβένια στέγνωνε φαρδιά πλατιά κάτω από τον ήλιο, ενώ ο Μπουρμπουληθροθώρητος της σκούπιζε τα νερά με μια πετσέτα σαν προπονητής σε αθλητή που μόλις κατάφερε μια μεγάλη και κοπιαστική νίκη.

«Μολυβένια μου, σε τι κίνδυνο μπήκες για χάρη μου;» της είπε τρυφερά.

«Είπα κι εγώ να κάνω μια φορά πιο πολλές μπουρμπουλήθρες από σένα» απάντησε εκείνη και όλοι έσκασαν στα γέλια.

Εκείνο το βράδυ διοργανώθηκε ένα πάρτι τρικούβερτο με λογής λογής παγωτά, σοκολάτες, χορό, τραγούδι και πολλές πολλές μπουρμπουλήθρες!  

   

Παρασκευή, Ιουνίου 04, 2021

Όπισθεν

 Τι είναι αυτό που με ξανάφερε εδώ;

Γιατί τα βήματα στην όπισθεν γυρίζουν;

Κάποιο κορίτσι άφησα στις ρίμες να κοιμάται

Μα "όποιος σωθεί, έχει χαρά τους πόνους να θυμάται". 





Τρίτη, Μαΐου 06, 2014

Το απολίθωμα

Κοιμάσαι και ξυπνάς κάθε μέρα με την ίδια μονοτονία. Δεν μπορείς και να τεντωθείς. Δεν έχεις χώρο να απλώσεις τα άκρα σου. Είσαι γέρος πολύ. Περνούν οι εποχές κι εσύ εκεί στην ίδια στάση. Είσαι εξαντλημένος από την ξεκούραση. Άπραγος τώρα πια, σα σαπιοκάραβο παρατημένο σε καρνάγιο, να βλέπεις τα άλλα πλοία στο λιμάνι να κάνουν ταξίδια και να σε κυριεύει η ζήλια. Μια ζήλια νοσηρή και τόσο έντονη που στο τέλος καταλήγει σε ηδονή. Την ηδονή του πόνου. Του πόνου του άλλου. Αφού βλέπεις μια μύγα, ας πούμε, να πιάνεται στον ιστό της αράχνης και αντί να τη συμπονέσεις, χαίρεσαι με την κατάντια της. «Τα ’φαγες κι εσύ τα ψωμιά σου», σκέφτεσαι.
 Ή πάλι αν κανένας γλάρος σπάσει τη φτερούγα του κι αρχίσει αυτό τον κυκλικό χορό λίγο πριν ξεψυχήσει, χορεύεις κι εσύ από τη χαρά σου. Είσαι χαιρέκακος και δεν ντρέπεσαι καθόλου γι’ αυτό. Αν είχες ζήσει όμως τόσο όσο εγώ, θα καταλάβαινες ότι η ηθική είναι ένα σάπιο κατασκεύασμα του ανθρώπου. Την κόβει και τη ράβει στα μέτρα του κατά πώς τον βολεύει. Όχι, δεν ήσουν πάντα έτσι. Όταν είσαι νέος, έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου, θέλεις να ρουφήξεις όλο το νέκταρ του κόσμου. Ανοίγεις τα φτερά σου και ξανοίγεσαι σε χίλιους δυο κινδύνους, σε γαργαλάει μια γλυκιά αγωνία για το τι θα συναντήσεις εκεί έξω, ένας ανελέητος τρόμος μην σε κατασπαράξουν. Όσο να πεις, γεράκια και αετονύχηδες γέμισε ο τόπος. Κάνεις τα πρώτα σου βήματα εσύ ένα τόσο δα πλασματάκι σε ένα πελώριο σύμπαν που δονείται και βουίζει ακατάπαυστα και σε πιάνει μια αχόρταγη δίψα για ζωή. Θέλεις να γευτείς τους χυμούς της νιότης, να αγγίξεις όλα τα λουλούδια, να ξεδιψάσεις με τις δροσοσταλίδες, να νιώσεις ανατριχίλα με την πρωινή πάχνη, να παίξεις με τα χώματα, να τσαλαβουτήσεις στα ρυάκια που σχηματίζει η βροχή, να μυρίσεις το βρεγμένο χώμα, να αναμετρηθείς με το απέραντο. Όλα τα έβλεπες αλλιώς τότε. Ήσουν καλός, ευγενικός, συμπονούσες τα άλλα πλάσματα. Τόσος πόνος σου φαινόταν παράλογος. Ολοένα μεγάλωνες και μεγάλωνες. Όλοι οι δρόμοι ξανοίγονταν μπροστά σου να τους κατακτήσεις. Έπαψες πια να αισθάνεσαι πλάσμα ανυπεράσπιστο. Είχες πια κι εσύ κρυμμένο το κεντρί σου. Ήσουν ο κυρίαρχος του σύμπαντος. Πήρες μέρος σε πολέμους, σε επιδρομές από ξηράς και από αέρος, νίκησες, ηττήθηκες, επέζησες. Σκλήρυναν τα φτερά σου, τα μέλη σου, το μέσα σου. Μα να, κάπου-κάπου γλύκαινες λίγο, σα μέλι από πεύκο. Ιδίως, τα καλοκαίρια, τι ηδονή ήταν αυτή! Όλα τα θηλυκά πετάριζαν, ζουζούνιζαν τριγύρω μέσα στα χρώματα και τις ευωδιές. Υπήρξες άσωτος, παραδέξου το. Αχ, τα καλοκαίρια, όλο αγάπες και λουλούδια. Το χειμώνα πάλι, δεν τον συμπάθησες ποτέ. Όλο κάπου έπρεπε να στριμώχνεσαι για να μην ξεπαγιάζεις, για να βρεις φαί έπρεπε να κάνεις το ζητιάνο σε διάφορες σπηλιές. Όχι, εσένα δεν του ταίριαζε η ζωή σε χώρους κλειστούς. Σου ταίριαζε η ανοιχτοσύνη. Ήταν στη φύση σου. Αυτό όμως που δεν θα ξεχάσεις ποτέ και που θα σκότωνες για να το έχεις τώρα είναι η άπλα. Τα ανοιχτά λιβάδια, τα ψηλά βουνά, ο ήλιος ο λαμπρός με τις αχτίδες του τις πηχτές που λες και θα τις έκοβες με μαχαίρι σε ροδέλες. Αυτή ήταν ζωή! Κι όσο για εργασία; Ούτε αυτή σου ταίριαζε. Γι’ αυτό είχες διαχωρίσει τη θέση σου από τους άλλους στην κοινότητα. «Εγώ σκλάβος δεν γίνομαι. Εγώ είμαι πολεμιστής και άμα σας αρέσει» έλεγες και ξανάλεγες επαναστατικά. Και δεν τους άρεσε. Ούτε που γύρισαν να σε κοιτάξουν. Αντί να γίνεις ήρωας, έγινες και παρίας. Είχες πάρει τον δυσκολότερο δρόμο. Και σιγά μην καθόσουν να τους παρακαλέσεις. Εσύ, ο ξακουστός πολεμιστής, ο καρδιοκατακτητής, ο πιο ατίθασος από όλους, θα καθόσουν να παρακαλέσεις αυτούς τους άθλιους! Κάτι μίζερους συμβιβασμένους που η ζωή τους ολόκληρη δεν ήταν παρά δουλειά και σπίτι, σπίτι και δουλειά. Ποτέ σου δεν τους ζήλεψες. Κι ας σεργιάνιζες μόνος άσκοπα να κρυώνεις, να πεινάς. Την ελευθερία σου δεν την αντάλλαξες ποτέ με τίποτα. Μόνο αργότερα, εκείνη την αναθεματισμένη μέρα που σε βρήκε το κακό, τότε μόνο πέρασαν όλοι για να σε χλευάσουν. Τους πλημμύριζε η χαρά, βλέπεις, γιατί πάντα σε φθονούσαν. «Τώρα πια θα γίνεις αθάνατος». «Εσύ δάμασες ακόμη και τον πανδαμάτορα». Αυτά σου έλεγαν οι αλήτες, καγχάζοντας και γελώντας. Μόνο ένας στα είπε σταράτα, «τα ρούφηξες πια αυτά τα έρημα τα πεύκα, σε ρούφηξαν κι αυτά». Και σε ρούφηξαν κυριολεκτικά. Θα σου μείνει αλησμόνητο εκείνο το πρωινό. Λουζόσουν στον ήλιο που έσταζε από τις πευκοβελόνες. Είχαν χαράξει τα πεύκα για να βγάλουν ρετσίνι και παρά τις πληγές τους αυτά μοσχομύριζαν. Είχες μεθύσει λίγο από την ευωδιά λίγο από το φως και ένιωθες την υπέρτατη ευφορία. Ξαφνικά, αισθάνθηκες να σε τυλίγει μια ζεστή, υγρή αγκαλιά. Βούρκωσες από ευτυχία που σε αγκάλιαζαν ξανά μετά από τόση μοναξιά. Ακόμη το θυμάσαι και ανατριχιάζεις. Και δεν ξέρεις αν υπάρχει θεός κι αν είναι αρμόδιος για κάτι τέτοιο, αλλά δεν υπάρχει χειρότερο είδος κακίας, από το να προσφέρεις σε κάποιον συμπυκνωμένη όλη την ευτυχία του κόσμου για μερικά δευτερόλεπτα και αμέσως μετά να τον οδηγείς σε μια δυστυχία που θα διαρκέσει αιώνες. Έκανες να κουνηθείς, αλλά κολλούσες και βούλιαζες περισσότερο όπως σε κινούμενη άμμο. Σιγά-σιγά σε κατάπινε μια γλοιώδης μάζα με την πιο σαγηνευτική για σένα οσμή.

Δεν ωφελεί να τα θυμάσαι πια… Δεν έχεις όμως και πολλά να κάνεις πέρα από το να παρατηρείς τον κόσμο γύρω σου. Θλίψη και γκρίνια ως επί το πλείστον. Αλλά ακόμη κι όταν πέσει στην αντίληψή σου κάτι αληθινά όμορφο, ένα αθώο βλέμμα παιδιού ή μια εξαίσια μελωδία, μελαγχολείς ανυπόφορα. Το καλύτερο είναι να γεμίζεις δυο δάχτυλα σκόνη και να μη βλέπεις τίποτα εκεί έξω. Πάντως, δεν έχεις παράπονο. Σκύβουν πάνω από την προθήκη που σε έχουν τοποθετήσει και σε χαζεύουν για ώρα. Οι άνθρωποι σου συμπεριφέρονται λες κι είσαι πολύτιμος. Πολύτιμος εσύ, ένα απολίθωμα εντόμου σε κεχριμπάρι! 

Κυριακή, Μαΐου 04, 2014

Η νίκη ενός δειλού

Υπήρξε όλη του τη ζωή δειλός. Ήταν ένα χαρακτηριστικό που κραύγαζε πάνω του από τη θαμπάδα που απέπνεε, από το διόλου προικισμένο σουλούπι του, από τη χαμηλόφωνη ομιλία του, πάντα λες και φοβόταν μην τον ακούσουν, από το χαμηλωμένο του βλέμμα κι αν τον γνώριζες καλύτερα κι από το χαμηλό του ανάστημα που δεν όρθωνε ποτέ, ούτε στους γονείς του ούτε στη γυναίκα του ούτε στα παιδιά του ούτε στη δουλειά του ούτε σε μια απλή διαφωνία μεταξύ φίλων. Το μόνο που είχε στητό ήταν τα αυτιά του σαν λαγωνικό που προσπαθεί να ακούσει πού θα πέσει το θήραμα για να πάει να το φέρει. Ένιωθε λες και διαρκώς κινδύνευε μην τον καταδώσουν. Το μόνο ποιητικό που είχε πάνω του, τρόπον τινά, ήταν οι γυρτοί του ώμοι και κυρίως ο αριστερός που ο πολύς ο κόσμος απέδιδε σε φυσικό ελάττωμα. Όχι όμως δεν ήταν αυτό. Ο άνδρας είχε γεννηθεί τα χρόνια της Κατοχής σε ορεινό χωριό και είχε δει με τα φιλύποπτα μάτια του όλες τις μελανές σελίδες της ελληνικής Ιστορίας. Ήταν ο μικρότερος και τελικά μοναδικός επιζών από μια πολυπληθή οικογένεια. Η μάνα του κι ο πατέρας του έχοντας χάσει πολλά παιδιά προφύλασσαν τον γιο τους ως κόρη οφθαλμού. Τι τον έκρυβαν μέσα στα άχυρα για να μην τον βρουν οι αντάρτες, τι τον φυγάδευαν σε διπλανά χωριά, τι τον έκρυβαν σε πηγάδια μέσα στο σκοτάδι χωρίς κερί, ώσπου στο τέλος τον έδιωξαν στην Αθήνα για να σπουδάσει αντί να μείνει και να ασχοληθεί με τις αγροτικές δουλειές όπως θα συνέβαινε κανονικά. Ποιος μπορεί να ξέρει άραγε τι διεργασίες συντελέστηκαν στην ψυχή του αγοριού σε ώρες τρόμου; Πώς η ρόδινη πρώτη ύλη της ψυχής του αναμίχθηκε με τόσες ακαθαρσίες κι έβγαλε μια πλαστελίνη γκρι; Τι μάχες αδυσώπητες έδωσε τότε εκεί κάτω στα σκοτεινά πηγάδια, πώς τις έχασε και πότε ο φόβος τον κατάπιε εντέλει ολόκληρο; Αδιευκρίνιστα όλα. Μόνο οι γυρτοί του ώμοι απέμειναν να δείχνουν τους ελιγμούς που έκανε σε τόσες κακοτοπιές σα μελλοθάνατος που επιδίδεται σε χορευτικές κινήσεις για να αποφύγει τη λάμα που θα τον αποτελειώσει.
Παντρεύτηκε από χρέος. Μεγάλωσε τα παιδιά του ομοίως. Δούλεψε σαν το σκυλί χωρίς ποτέ να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Σε μια δουλειά μπήκε στα δεκαοκτώ, από την ίδια συνταξιοδοτήθηκε. Δούλευε σε κατάστημα με ρούχα. Από εκεί γνώρισε κι ένα σωρό ράφτες όπου έραβε τις καλές εποχές όλα του τα κουστούμια έτσι ώστε να καλύπτουν το ελάττωμα των ώμων του. Το βλέμμα του, όμως, φοβισμένου πουλιού δεν κατάφερε να το κρύψει ποτέ. Όπως όμως συμβαίνει ακόμη και στις πιο γκρίζες ζωές, κάποια στιγμή, όταν ήταν ακόμη νέος, συνέβη το μοιραίο. Ερωτεύθηκε. Ερωτεύθηκε ένα λουλουδάτο φλύαρο κορίτσι, σαν την Άνοιξη τότε, μια συνεπιβάτισσά του καθημερινά στο λεωφορείο από και προς τη δουλειά. Το κορίτσι το γνώρισε έγκυο και παντρεμένο με κάποιον από έρωτα. Ήταν η μόνη φορά που τόλμησε κάτι. Τόλμησε να μπει σε αυτό το πάθος και να δείξει τα συναισθήματά του με την ανάλογη ήττα που συνήθως συνοδεύει τις γκρίζες υπάρξεις. Το κορίτσι τον απέρριψε ως εραστή αλλά τον εμπιστεύθηκε ως φίλο. Χρόνια ολόκληρα. Εκείνος που φοβόταν τη σκιά του, έγινε η σκιά της, ο φύλακας άγγελός της. Συχνά σε βαθμό τρομακτικό. Την παρακολουθούσε από μακριά και από κοντά, δροσιζόταν από τις σταγόνες του δηλητηρίου που έσταζε στην ψυχή του η ευτυχία της ή καιγόταν από τη θέρμη των δακρύων της σε καιρούς δυστυχίας της. Εκείνη μια φορά πάντως ήταν ο διαβήτης που χάραζε τους κύκλους της ζωής του. Δεν ήταν τόσο ότι την είχε αγαπήσει όσο ότι η κοπέλα ήταν ο μοναδικός του σύνδεσμος με αυτό που αποκαλούμε ζωή.
Τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι είχε γεννήσει μια κόρη, είχε ατυχήσει στο γάμο της, χώρισε. Εκείνου η γυναίκα πέθανε και τα παιδιά του τον είχαν ξεγράψει. Έπειτα από μισό αιώνα, τα έφερε έτσι η ζωή και ο γκρίζος άνδρας πήγε να συζήσει με την μοναδική του αγάπη. Για εκείνον ήταν όνειρο ζωής. Για εκείνη λύση ανάγκης. Η γυναίκα ήταν επιβαρυμένη πια με την ευθύνη της γιαγιάς που φροντίζει την εγγονή της, ένα παιδάκι όπως όλα που η αθώα του ομορφιά ξυπνάει την ψυχή από ύπνο βαθύ με τον πιο γλυκό και οξύ πόνο. Ο άνδρας είχε μπει πια στο ρόλο του παππού με τέτοια ζέση και αφοσίωση που κανείς από όσους τον γνώριζαν δεν πίστευε στην μεταστροφή του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σκεφτόταν κανείς ότι το μωρό αυτό ήταν το μόνο πλάσμα που ποτέ του αγάπησε άδολα. Και το είχε αγαπήσει ακριβώς ίσως γι’ αυτό. Γιατί αγάπησε σε αυτό την τελική πτώση, την παταγώδη ήττα της καχυποψίας του. Ήταν το μοναδικό πλάσμα που ακριβώς επειδή ήταν μωρό και ακριβώς επειδή εκείνος ήταν πια χαλαρός από υποχρεώσεις του είχε δώσει πίσω τη χαμένη του πίστη. Κι ήταν κάτι μέρες που το φως παίζει με τη θνητότητά μας και μας γλυκαίνει την ύπαρξη που ο ηλικιωμένος άνδρας παρατηρώντας το παιδί να παίζει με τη γιαγιά του φαντασίωνε πως ήταν πάλι νέος και πως είχε παντρευτεί εκείνη τη λουλουδάτη κοπέλα και πως αυτό ήταν το παιδί του έρωτά τους. Φαντασίωνε πως ο Θεός του είχε χαρίσει την ευτυχία όλη, όση ευτυχία δεν αξίζει ίσως σε ένα πλάσμα σαν τον άνθρωπο και του ανέβαιναν από την ψυχή τώρα πια τη ζώσα δάκρυα χαράς και μιας αγάπης τόσο βαθιάς για τα πάντα γύρω του.
Ίσως μια από αυτές τις στιγμές και να συνέβη το κακό. Ίσως ο άνδρας να ήταν σε μια παρόμοια ρέμβη βυθισμένος και να ένιωθε ότι για μια τέτοια ευτυχία αξίζει κανείς να θυσιαστεί. Το ζωηρό παιδί ξέφυγε από την εποπτεία της γιαγιάς και βγήκε στο δρόμο την ώρα ακριβώς που περνούσε μια νταλίκα γεμάτη αμνοερίφια. Η ζωή βλέπεις, συχνά υπερβαίνει και τον πιο λεπτολόγο σκηνοθέτη. Ο άνδρας που έπασχε πια από αστάθεια και οι κινήσεις του ήταν περιορισμένες και επώδυνες από το γήρας και την ασθένεια, επανήλθε στην πραγματικότητα από το θόρυβο των φρένων του οχήματος. Δίνοντας ένα σάλτο υπεράνθρωπο και αντλώντας ποιος ξέρει από ποιες άγνωστες δεξαμενές του είναι του όσο κουράγιο δεν είχε δείξει μια ολόκληρη ζωή, βρέθηκε μπροστά στις ρόδες του φορτηγού σπρώχνοντας το παιδί εκτός της πορείας της νταλίκας. Ακαριαία από τη σύγκρουση ο άνδρας εκτός από την τελευταία του πνοή άφησε και ένα χαμόγελο ευτυχίας που τον συνόδεψε μέχρι την τελευταία του κατοικία. Ο δειλός άντρας είχε χάσει όλες τις μάχες με το φόβο στη ζωή του για να κερδίσει τον πόλεμο στο θάνατό του.