Νιώθω μια αληθινή λύπη για όλες τις διαψεύσεις και τις πλάνες των ανθρώπων.
Για τους μετανάστες που έχουν να δουν τα παιδιά τους πάνω από χρόνο.
Για όσους θυσιάστηκαν για μια ιδέα που ξεπουλήθηκε.
Για τους Αφρικανούς που τους πλασάρουν placebo έναντι πραγματικών φαρμάκων
Για τα σχολεία μας που μοιάζουν με αυτά των γκέτο σε αμερικανικές ταινίες
Για τα παιδιά που είναι ορφανά
Ή ακόμη χειρότερα, άρρωστα
Για τα βασανιστήρια ανθρώπων και ζώων από άρρωστους
Για τα καμένα δάση
Για τα καμένα μυαλά
Για τα κομμένα δάχτυλα ενός οργανοπαίκτη
Για τους γέρους που δεν τους νοιάζεται κανείς
Για όλους τους μόνους
Για όσους ψάχνουν τη λήθη στα βαρβιτουρικά
Για τους αναξιοπρεπείς
Για όσους δεν μπορούν να ευχαριστηθούν καμία καθημερινή χαρά
Για τους έρωτες που προδόθηκαν
Για τους έρωτες που δεν άντεξαν
Για τον οδοστρωτήρα της καθημερινότητας
Για τον αναπόφευκτο θάνατο
Νιώθω όμως μια παράξενη λύπη που λίγο μοιάζει με απελευθέρωση από το μίσος και τον θυμό
Για όσους δεν αξιώθηκαν κανένα φίλο γιατί δεν τον άξιζαν
Κι όπως λέει κι ο Λειβαδίτης
«κάνε λοιπόν Κύριε να 'χει κανείς ένα φίλο…
Δος του ένα σκυλί ή ένα φανάρι του δρόμου»
Μα πιο πολύ λυπάμαι όσους πουλάνε και την ίδια τους τη μάνα
Φίλους που τους εμπιστεύτηκαν κι άλλους που τους στήριξαν
Ανθρώπους με τους οποίους ήπιαν ένα κρασί
με αγνωμοσύνη, ματαιοδοξία, υποκρισία και μισανθρωπία
απλά λόγω δυστυχίας.
Και από την δυστυχία τους αυτή,
Φτάνει ο καιρός που απελευθερώνεσαι απ’ την πλάνη σου που απατήθηκες,
την οργή σου για την ασχήμια της
και τον ανταρτοπόλεμο που διάλεξες.
Όταν σέβεσαι το παρελθόν σου,
Κάποτε, έστω και αργά, μαθαίνεις να θάβεις τους ζωντανούς νεκρούς σου,
γιατί το μόνο που αρμόζει σε τέτοιους θανάτους είναι το κενό και η σιωπή
το μόνο που ταιριάζει στη δυστυχία τους είναι ο πιο βαθύς οίκτος
που με το πλήρωμα του χρόνου δεν γεννά παρά ένα ποίημα.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007
Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2007
Φλερτάροντας με το ανέφικτο.
Να γράψω, να γράψω, να γράψω. Κάτι που να βγαίνει από την ψυχή, από τα κατάβαθα του είναι μου δυνατό σαν στρόβιλος να παρασύρει τη βρωμιά και να την βγάλει έξω. Αυτό όμως έχω ανάγκη; Δεν λέω, αυτό θα ήταν αληθινό, αυτό θα ήταν δύναμη ικανή να σπάσει το φράγμα του ήχου και να φτάσει κατευθείαν στην καρδιά, να δημιουργήσει έστω μια ανατριχίλα. Γιατί αυτό είναι το νόημα. Όπου αλλού φτάσει είναι περιττό.
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΟΜΩΣ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΟ ΒΟΘΡΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΚΑΤΑ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ ΚΑΙ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ βγάζοντας τις λασπωμένες μου αρβύλες από τις βόλτες τον υπόνομο. Θέλω να επινοήσω ένα νέο σύμπαν. Να νιώθω άνετα σαν στο σπίτι μου, όπου η φαντασία θα παίζει τον πρώτο ρόλο. Θέλω να ισοπεδώσω κάθετί που μού θυμίζει όλα τα ήδη γνωστά. Αυτά που βιώνεις ως ήδη γνωστά στα οποία κυριαρχεί η λύπη, η συμπόνια και η μαύρη πελώρια θάλασσα των λυγμών. Θέλω να φτιάξω ένα νέο σύμπαν να μου είναι πειστικό. Κι εκεί, σε αυτό το θέλω, ξεμυτίζουν οι εχθροί μου. Ένας ένας αρχικά αναγνωριστικά. Μετά ολόκληρες ορδές. Επιστρατεύω τα τανκ μου, τους παρανοϊκούς γενναίους της πρώτης γραμμής, επιχειρώ ανταρτοπόλεμο. Κάποτε πετυχαίνει. Για λίγο. Μετά πάλι από την αρχή. Θέλω να γράφω και να νιώθω όμορφα. Θέλω να γράφω και να χαίρομαι, όχι να χαζοχαίρομαι όμως, ούτε να διακωμωδώ, ούτε να λυπάμαι. Δεν θέλω να γράφω και να με διαπερνούν ξυραφιές. Δεν θέλω να γράφω και να κλαίω. Το έχω χεσμένο το αληθινό, το πραγματικό, το βιωματικό, αν δεν με γαληνεύει. Θέλω μια φυγή, ένα διαστημόπλοιο ικανό να με χωρέσει. Να είναι όμως δικό μου. Βαρέθηκα να πίνω τσάι με το Φιοντόρ και να ροκανίζω βουτήματα με τον Μπέκετ. Θέλω να μου φτιάξω ένα σπίτι να πάψω να είμαι φιλοξενούμενη στην φαντασία των άλλων.
Κάποτε οι μνήμες πονούν πολύ. Το θρόισμα της εφημερίδας του πατέρα τα μεσημέρια. Ήταν νέος και επέστρεφε από τη δουλειά με ένα πάθος αλλόκοτο και μια παράξενη σκληρότητα από τον μόχθο της μέρας. Η σκηνή από την ταινία Άγγελος με τη μάνα του που τη βίαζε ο πατέρας του και που διέγειρε στη μνήμη του DNA μου ενδεχόμενους βιασμούς της γιαγιάς, της προγιαγιάς μου, και όλων των γυναικών της ιστορίας. Ο εμετός που σου έρχεται όταν παρακολουθείς Μπέργκμαν, ο φακός του παιδικού ματιού στο Φάννυ και Αλέξανδρος, οι δεσποινίδες της Αβινιόν του Πικάσο με τη χαοτική έλλειψη περιγράμματος, η χορευτική χάρη μιας τσιγγάνας και η οσμή του βρεγμένου προαύλιου κάποιου σχολείου που σου θυμίζει τον πρώτο σου έρωτα.
Θα μπορούσα να γυρίσω τα άντερά μου ανάποδα και να γράψω αν όχι με ταλέντο, με αλήθεια και απλότητα. Άλλωστε κανείς δεν μου ζητάει να γράψω ούτως ή άλλως.
Είμαι απολύτως ελεύθερη. Κακώς κάκιστα. Τα μεταξωτά βρακιά είναι για επιδέξιους κώλους.
Δεν πασχίζω βρε αδελφέ να θυμηθώ τίποτα. Τα θυμάμαι όλα συνέχεια. Θέλω να ξεχάσω. Να με χάσω και να με ξαναβρώ σε ένα νέο τόπο. Σέβομαι την κούραση της μνήμης μου και θα την προστατέψω όσο μπορώ από πόνο περιττό. Σέβομαι τα δάκρυα που τιθάσευσα με τόσο κόπο για να μην δημιουργώ πόνο σε άλλους. Θέλω να ξεχάσω. Θέλω η τέχνη μου να μπορεί να με κάνει να ξεχνώ χωρίς να ξεχνιέμαι. Θέλω να ξεχάσω τον παλιό τρόπο θέασης και συναίσθησης και να μάθω να κοιτάζω αλλιώς, να νιώθω αλλιώς, να μυρίζω αλλιώς…
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΟΜΩΣ ΝΑ ΜΠΩ ΣΤΟ ΒΟΘΡΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΚΑΤΑ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ ΚΑΙ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ βγάζοντας τις λασπωμένες μου αρβύλες από τις βόλτες τον υπόνομο. Θέλω να επινοήσω ένα νέο σύμπαν. Να νιώθω άνετα σαν στο σπίτι μου, όπου η φαντασία θα παίζει τον πρώτο ρόλο. Θέλω να ισοπεδώσω κάθετί που μού θυμίζει όλα τα ήδη γνωστά. Αυτά που βιώνεις ως ήδη γνωστά στα οποία κυριαρχεί η λύπη, η συμπόνια και η μαύρη πελώρια θάλασσα των λυγμών. Θέλω να φτιάξω ένα νέο σύμπαν να μου είναι πειστικό. Κι εκεί, σε αυτό το θέλω, ξεμυτίζουν οι εχθροί μου. Ένας ένας αρχικά αναγνωριστικά. Μετά ολόκληρες ορδές. Επιστρατεύω τα τανκ μου, τους παρανοϊκούς γενναίους της πρώτης γραμμής, επιχειρώ ανταρτοπόλεμο. Κάποτε πετυχαίνει. Για λίγο. Μετά πάλι από την αρχή. Θέλω να γράφω και να νιώθω όμορφα. Θέλω να γράφω και να χαίρομαι, όχι να χαζοχαίρομαι όμως, ούτε να διακωμωδώ, ούτε να λυπάμαι. Δεν θέλω να γράφω και να με διαπερνούν ξυραφιές. Δεν θέλω να γράφω και να κλαίω. Το έχω χεσμένο το αληθινό, το πραγματικό, το βιωματικό, αν δεν με γαληνεύει. Θέλω μια φυγή, ένα διαστημόπλοιο ικανό να με χωρέσει. Να είναι όμως δικό μου. Βαρέθηκα να πίνω τσάι με το Φιοντόρ και να ροκανίζω βουτήματα με τον Μπέκετ. Θέλω να μου φτιάξω ένα σπίτι να πάψω να είμαι φιλοξενούμενη στην φαντασία των άλλων.
Κάποτε οι μνήμες πονούν πολύ. Το θρόισμα της εφημερίδας του πατέρα τα μεσημέρια. Ήταν νέος και επέστρεφε από τη δουλειά με ένα πάθος αλλόκοτο και μια παράξενη σκληρότητα από τον μόχθο της μέρας. Η σκηνή από την ταινία Άγγελος με τη μάνα του που τη βίαζε ο πατέρας του και που διέγειρε στη μνήμη του DNA μου ενδεχόμενους βιασμούς της γιαγιάς, της προγιαγιάς μου, και όλων των γυναικών της ιστορίας. Ο εμετός που σου έρχεται όταν παρακολουθείς Μπέργκμαν, ο φακός του παιδικού ματιού στο Φάννυ και Αλέξανδρος, οι δεσποινίδες της Αβινιόν του Πικάσο με τη χαοτική έλλειψη περιγράμματος, η χορευτική χάρη μιας τσιγγάνας και η οσμή του βρεγμένου προαύλιου κάποιου σχολείου που σου θυμίζει τον πρώτο σου έρωτα.
Θα μπορούσα να γυρίσω τα άντερά μου ανάποδα και να γράψω αν όχι με ταλέντο, με αλήθεια και απλότητα. Άλλωστε κανείς δεν μου ζητάει να γράψω ούτως ή άλλως.
Είμαι απολύτως ελεύθερη. Κακώς κάκιστα. Τα μεταξωτά βρακιά είναι για επιδέξιους κώλους.
Δεν πασχίζω βρε αδελφέ να θυμηθώ τίποτα. Τα θυμάμαι όλα συνέχεια. Θέλω να ξεχάσω. Να με χάσω και να με ξαναβρώ σε ένα νέο τόπο. Σέβομαι την κούραση της μνήμης μου και θα την προστατέψω όσο μπορώ από πόνο περιττό. Σέβομαι τα δάκρυα που τιθάσευσα με τόσο κόπο για να μην δημιουργώ πόνο σε άλλους. Θέλω να ξεχάσω. Θέλω η τέχνη μου να μπορεί να με κάνει να ξεχνώ χωρίς να ξεχνιέμαι. Θέλω να ξεχάσω τον παλιό τρόπο θέασης και συναίσθησης και να μάθω να κοιτάζω αλλιώς, να νιώθω αλλιώς, να μυρίζω αλλιώς…
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007
Mad World II
«Κάνει λίγη ψύχρα;»
κάτι σαν μελαγχολία μουδιάζει τα μέλη
Γαργαλάει την περιοχή του στήθους, φτάνει στις μασχάλες
Μια λύπη μαλακτική
Μικρούλα σαν καραμέλα ευκαλύπτου που κυλά αργά στον οισοφάγο
«Ένα σκουπιδάκι στα μάτια», είπα
άντε να εξηγήσεις την απογοήτευση
«Ξεροκατάπιε γρήγορα!
Δεν είναι παρά μια καινούργια μέρα!»
Κι όμως,
Είμαι ένα κίτρινο κυκλικό μπαλάκι
Ολόιδιο με χθες
Σε πίστα πάκμαν
έχω στόμα που ανοιγοκλείνει διαρκώς
Συνήθως μάταια
Πολύς θόρυβος, άσχημη πόλη
Πειραιώς στο ύψος της Ομόνοιας
Παιδιά ενός κατώτερου θεού, πιο βρώμικου, πιο φτωχού
-«Κατώτερου; Αφού δεν υπάρχει ανώτερος».
-«Πού το ξέρεις;»
-«Έχω δει πολλά ντοκιμαντέρ για το ανθρώπινο είδος».
Πειραιώς στο ύψος της Ομόνοιας.
Είδα μια γυναίκα με ένα μωρό, χαλκομανία σε ένα τοίχο ξεφτισμένο
Ένα μετανάστη με ένα κλεμμένο ποδήλατο να εισχωρεί στο μπετόν
Για μια γάτα κανελί δεν είμαι σίγουρη.
Γλίστρησε στον υπόνομο;
Αφομοιώθηκε από το τοπίο;
Ένα λιπόσαρκο τοξικομανή με διακεκομμένη οδοντοστοιχία, λωρίδα στο οδόστρωμα
Ένα ζιγκολό ακέφαλο να κάθεται στην πλατεία και να στηρίζει την αξιοπρέπειά του ανάμεσα στους αγκώνες
Συνταξιούχους με τα ψώνια του DIA,
«Πόσο ακρίβυνε η ζωή»
Ένα παππού να παίζει κλαρίνο και να υμνεί τον Τίρναβο
Η γη στο σημείο ασκεί τη μέγιστη βαρυτική της δύναμη
Να μην τους απορροφήσει ο εμβρυουλκός του περιβάλλοντος
και γίνουν γκράφιτι
ή εξαμβλώματα του σύμπαντος.
Πέρασε ένα ασθενοφόρο
«Η ζωή είναι θέμα πιθανοτήτων», ούρλιαξε.
«Η ζωή είναι απίθανη», άκουσα…
Ο ήχος της πληκτρολόγησης
Λυτρωτικός σαν βροχή
«Που ξέπλυνε θαρρείς, τα κρίματα του κόσμου»…
κάτι σαν μελαγχολία μουδιάζει τα μέλη
Γαργαλάει την περιοχή του στήθους, φτάνει στις μασχάλες
Μια λύπη μαλακτική
Μικρούλα σαν καραμέλα ευκαλύπτου που κυλά αργά στον οισοφάγο
«Ένα σκουπιδάκι στα μάτια», είπα
άντε να εξηγήσεις την απογοήτευση
«Ξεροκατάπιε γρήγορα!
Δεν είναι παρά μια καινούργια μέρα!»
Κι όμως,
Είμαι ένα κίτρινο κυκλικό μπαλάκι
Ολόιδιο με χθες
Σε πίστα πάκμαν
έχω στόμα που ανοιγοκλείνει διαρκώς
Συνήθως μάταια
Πολύς θόρυβος, άσχημη πόλη
Πειραιώς στο ύψος της Ομόνοιας
Παιδιά ενός κατώτερου θεού, πιο βρώμικου, πιο φτωχού
-«Κατώτερου; Αφού δεν υπάρχει ανώτερος».
-«Πού το ξέρεις;»
-«Έχω δει πολλά ντοκιμαντέρ για το ανθρώπινο είδος».
Πειραιώς στο ύψος της Ομόνοιας.
Είδα μια γυναίκα με ένα μωρό, χαλκομανία σε ένα τοίχο ξεφτισμένο
Ένα μετανάστη με ένα κλεμμένο ποδήλατο να εισχωρεί στο μπετόν
Για μια γάτα κανελί δεν είμαι σίγουρη.
Γλίστρησε στον υπόνομο;
Αφομοιώθηκε από το τοπίο;
Ένα λιπόσαρκο τοξικομανή με διακεκομμένη οδοντοστοιχία, λωρίδα στο οδόστρωμα
Ένα ζιγκολό ακέφαλο να κάθεται στην πλατεία και να στηρίζει την αξιοπρέπειά του ανάμεσα στους αγκώνες
Συνταξιούχους με τα ψώνια του DIA,
«Πόσο ακρίβυνε η ζωή»
Ένα παππού να παίζει κλαρίνο και να υμνεί τον Τίρναβο
Η γη στο σημείο ασκεί τη μέγιστη βαρυτική της δύναμη
Να μην τους απορροφήσει ο εμβρυουλκός του περιβάλλοντος
και γίνουν γκράφιτι
ή εξαμβλώματα του σύμπαντος.
Πέρασε ένα ασθενοφόρο
«Η ζωή είναι θέμα πιθανοτήτων», ούρλιαξε.
«Η ζωή είναι απίθανη», άκουσα…
Ο ήχος της πληκτρολόγησης
Λυτρωτικός σαν βροχή
«Που ξέπλυνε θαρρείς, τα κρίματα του κόσμου»…
Mad World (Tears for Fears, REM)
All around me are familiar faces
Worn out places, worn out faces
Bright and early for their daily races
Going nowhere, going nowhere
And their tears are filling up their glasses
No expression, no expression
Hide my head I want to drown my sorrow
No tomorrow, no tomorrow
And I find it kind of funny
I find it kind of sad
The dreams in which I'm dying
Are the best I've ever had
I find it hard to tell you
'Cos I find it hard to take
When people run in circles
It's a very, very
Mad World
Children waiting for the day they feel good
Happy Birthday, Happy Birthday
Made to feel the way that every child should
Sit and listen, sit and listen
Went to school and I was very nervous
No one knew me, no one knew me
Hello teacher tell me what's my lesson
Look right through me, look right through me
And I find it kind of funny
I find it kind of sad
The dreams in which I'm dying
Are the best I've ever had
I find it hard to tell you
'Cos I find it hard to take
When people run in circles
It's a very, very
Mad World
Worn out places, worn out faces
Bright and early for their daily races
Going nowhere, going nowhere
And their tears are filling up their glasses
No expression, no expression
Hide my head I want to drown my sorrow
No tomorrow, no tomorrow
And I find it kind of funny
I find it kind of sad
The dreams in which I'm dying
Are the best I've ever had
I find it hard to tell you
'Cos I find it hard to take
When people run in circles
It's a very, very
Mad World
Children waiting for the day they feel good
Happy Birthday, Happy Birthday
Made to feel the way that every child should
Sit and listen, sit and listen
Went to school and I was very nervous
No one knew me, no one knew me
Hello teacher tell me what's my lesson
Look right through me, look right through me
And I find it kind of funny
I find it kind of sad
The dreams in which I'm dying
Are the best I've ever had
I find it hard to tell you
'Cos I find it hard to take
When people run in circles
It's a very, very
Mad World
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 05, 2007
Λέξεις, λέξεις, λέξεις...
Πού να σταθείς ανάμεσα σε τόσες λέξεις. Αλήτισσες, γητεύτρες, σε μαγνητίζουν, κι εσύ που άλλο δεν αναζήτησες περισσότερο από τον αρνητικό σου πόλο, άγεσαι και φέρεσαι. Άλλες πάλι ευτραφείς, πληθωρικές σαν Σιτσιλιάνες μανάδες σε καθίζουν στο σκαμνί και σου εξαπολύουν ένα βορβορώδες κατηγορώ που δεν έσκυψες ποτέ να τις μυρίσεις. Άλλες, σαν χίμαιρες μπαινοβγαίνουν σαν απόμακρη μουσική στο νου σου, παίζουν με τη λήθη και στριμώχνονται σε κάποια γωνιά του ονείρου σου, σε αυτά που γράφεις ολόκληρα ποιήματα, και ξυπνάς περήφανος νομίζοντας ότι θα τα θυμηθείς κιόλας να τα καταγράψεις. Άλλες εφιαλτικές, ούτε τις συλλαβές τους δεν αντέχεις, πόσο μάλλον το νόημά τους, άλλες με μια τάση να συνθλίβουν, μολυβένιες με νύχια κοφτερά και υπόκωφα πένθιμα μουρμουρητά. Άλλες πάλι ευωδιάζουν και γεμίζουν τον τόπο Άνοιξη και πορτοκαλεώνες, γιασεμί και σπιτικό γλυκό, παιδικές πολύτιμες μνήμες, με παιδικά ξεφωνητά στην αυλή της θείας Ελένης. Μερικές σου ξερνούν τον ζόφο τους, σε βουλιάζουν σε γλοιώδη έλη, σου προκαλούν έμετο, κοπετό, αναφυλαξία, γρονθοκοπούν πρόστυχα, επιτάσσοντας την αντίδραση και το έλκος σου για να ζήσουν σαν παράσιτα, τρέφονται από τη μέλαινα χολή σου. Άλλες πάλι ζέχνουν κουφάρια πλοίων, οστά νεκρών και μια αποφορά πολέμου, που πήζει το αίμα σου και τήκει τα κόκαλά σου. Άλλες πάλι εξωτικές λάγνες χορεύτριες σε περιτριγυρίζουν και σε παρασύρουν με μουσικές που ποτέ δεν ξανάκουσες μα που όλα θα τα ρίσκαρες για να τις απολαύσεις μέχρι τέλους. Άλλοτε πάλι ξεπηδούν μερικές πίσω από τους θυσάνους των μαλλιών σου, νεαρές δορκάδες τρυπώνουν μέσα σου με τον πιο φυσικό τρόπο. Έρωτες σφοδροί, σε κατοικούν για πάντα. Λέξεις λέξεις λέξεις. Κι εσύ στη μέση συντετριμμένος που όλα πόθησες να τα πεις σε όλες τις γλώσσες κι απέμεινες ηττημένος να υποτονθορίζεις μόνο κανά δυο νέα ευρήματα. Έωλος, κοπανέλι, ερεισίνωτο, οκτάντας.
Παρασκευή, Αυγούστου 31, 2007
Decadence
Για τους μεταμφιεσμένους αλήτες σε ψιττακούς δεν αξίζει ούτε ένα quark σάλιου
Η οιαδήποτε επαφή τους με οιοδήποτε φορέα στοιχειώδους νοημοσύνης επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα με τρόφιμο κονσέρβας όταν έρχεται σε επαφή με τον αέρα
Μούχλα και δυσωδία
Για τα πάνελ τα ομοιάζοντα με επιδείξεις τάπερ επίσης
Γύρω στα σαράντα οι επίδοξοι ωστόσο ατάλαντοι καλλιτέχνες, μοντέλα, γλεντηστάδες τι να πω, παραμένουν άνεργοι
Να αρκεστούν στο επίδομα ανεργίας;
(Ένας επιπλέον λόγος να αυξηθεί
δεν αντέχω άλλους άνεργους και άεργους να μετοικούν στην πολιτική)
όλα έχουν ειπωθεί,
Θριάμβευσε ξανά η βλακεία και το ψέμα
όταν δε εκστομίζεται από βλάκες χάνει και τις ιδιότητές του
η οργή με αφήνει ξέπνοη
έχω εξοντωθεί από την κούραση
κι ας μην ξαπόστασα μόνο ένα τρίωρο σε 4 εικοσιτετράωρα δίπλα στο φρεσκοκαμένο μου χωράφι
ας μην έστησα καραούλι για τις φλόγες
ας μην έπαιξα διελκυστίνδα με τους πυροσβέστες για μια μάνικα
ας μην αντίκρισα από κοντά το καπνισμένο Κρόνιο
ας μην ανάσανα καθαρό μαζούτ
ας μην στάθηκα στην ουρά σα ζητιάνος για προεκλογικά ψηφοθηρικά ευρώπουλα
-σε κοντέινερ θα τη βγάλετε παιδιά, όπως κι οι άλλοι, μέχρι τις 16 ό,τι εξαγοράσουν-
ας μην καταδέχτηκα συσσίτιο γουρουνοπούλας από τους φαταούλες της μητρόπολης
ας μην αντάλλαξα χειραψία με τον πρώην εκ Λονδίνου
ας μην βρέθηκα άμεσα στην ανάγκη τους για να σώσω τα παιδιά μου
-μόνο το τομάρι μου, καθώς πριν 3 χρόνια κάηκε το σπίτι μου και πήδηξα στη στέγη!-
και βέβαια ας μην ψήφισα ποτέ τους επαγγελματίες καρεκλοκένταυρους
πανηγύρι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων (όχι ότι τους έχω εμπιστοσύνη αλλά κάπου εκεί κυμαίνονται τα ποσοστά ούτως ή άλλως)
οι υπάλληλοι σηκώνουν τα χέρια ψηλά
τέτοια βλακεία δεν έχει παγκόσμιο προηγούμενο
η φαντασία μου πάλι ακάματη
πριν καιρό το υβριστικό σχολιάκι ήταν να αποκαλέσεις τους κυβερνήτες διαχειριστές
τώρα το λιγότερο θα ήταν να τους φανταστείς ως ζογκλέρ, διασκεδαστές γ’ διαλογής σε μια σάλα γεμάτη διεφθαρμένους και άβουλους να απλώνουν τα ξύγκια τους σε ανάκλιντρα κραδαίνοντας βεντάλια αντί τηλεκοντρόλ
(είμαι περίεργη για τους πατσοκοιλιάδες που μόνο ξέρουν να ψηφίζουν και να ψηφίζονται -δεν με ενοχλούν οι χοντροί όταν δεν είναι χοντρόπετσοι-, σεξ πώς κάνουν; Με τηλεκοντρόλ κι αυτό;)
πόσο να τεμπελιάσει ρε παιδιά κανείς;
Πόσο και πόσα να φάει;
Πόσο ρεμάλι μπορεί να καταντήσει;
Είπαμε είμαστε τεμπέλικος λαός. Τόσο πολύ όμως;
Κοντεύουμε να φτάσουμε τα όρια ακινησίας των γιόγκι!
Μόνο που αυτοί δεν κινούν ούτε τις μασέλες τους!
Μόνο τσιπούρες κι αστακούς ξέρουμε να τρώμε αγόρια και κορίτσια μου;
Μόνο να νοικιάζουμε limo με το χρήμα φορολογούμενων και να προξενούμε λίμο (λιμός= και σιτοδεία)
το αστειάκι είναι πασσέ παιδιάάάάάάάά
πόσο ταιριάζει το καζαντζίδιο Αχ σε αυτό το λαό το ζούμε όλοι
έχουμε ταλέντο στην κακομοιριά, στη ραγιάδικη σκολίωση
δεν περιμένω τίποτα από ρεζίληδες είναι σαφές
θεωρώ δεδομένη -κι αυτό είναι ελάττωμά μου- την ολοσχερή καταστροφή που προξενεί βαθμηδόν η ενασχόληση νηπίων και μωρών με τα κοινά
ποιοι ψηφίζουν τα μωρά τα γαλάζια και τα πράσινα δεν ξέρω αν και φαντάζομαι ότι είναι πολλοί από αυτούς που είδαν τα σπίτια τους να καίγονται που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι καίγεται ο κώλος τους
αυτοί που ψηφίζουν και τα άλλα μωρά στα fame story φαντάζομαι
μ’ αρέσει που σχολιάστηκε περιγελαστικά το γεγονός ότι πολιτεύτηκε η Σαρρή
αυτή μας εκφράζει παιδιάάάάάάά
αυτή θα μας εκπροσωπήσει με ειλικρίνεια
ας αυτοκαταστραφούμε τουλάχιστον με τσίπα
σου χαλάει τη μόστρα;
δεν είναι και για σοκ
παρεμπιπτόντως μου άρεσε πολύ όπως τα είπε ο Στάθης στην εκπομπή του Ιωάννου
γιατί δεν προσκαλούν 10 Στάθηδες (σε οξυδέρκεια και ήθος, δεν εννοώ την ιδιότητα αν και φρονώ ότι πλέον τον πρώτο λόγο για να μην σαλτάρουμε πρέπει να έχουν οι γελοιογράφοι) στα πάνελ και προτιμούν τις θείτσες ΑΡΑΓΕ, τα ευτραφή πανφάγα και τις σιλικονάτες άσχετες;
ο χείμαρρος ενός νοήμονος όντος, ενός από τους τελευταίους των μοϊκανών, που παρατηρεί το είδος του να εκλείπει
που όμως δεν αρκεί για να σβήσει τόσα πυρπολημένα μυαλά ούτε να αναζωογονήσει άλλα τόσα καμένα
Mad Max (θυμάσαι την ταινία; Χάος, Εξαθλίωση, «Γλοιώδικα Χέλια» και Χόλιγουντ).
Όχι δεν είμαι καλύτερη από πολλούς.
Δεν θα πολιτευτώ όμως κιόλας γαμούν τη ζωή μας (η βρισιά υπέστη διόρθωση).
(Τς τς τς – τι επίπεδο!)
Η οιαδήποτε επαφή τους με οιοδήποτε φορέα στοιχειώδους νοημοσύνης επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα με τρόφιμο κονσέρβας όταν έρχεται σε επαφή με τον αέρα
Μούχλα και δυσωδία
Για τα πάνελ τα ομοιάζοντα με επιδείξεις τάπερ επίσης
Γύρω στα σαράντα οι επίδοξοι ωστόσο ατάλαντοι καλλιτέχνες, μοντέλα, γλεντηστάδες τι να πω, παραμένουν άνεργοι
Να αρκεστούν στο επίδομα ανεργίας;
(Ένας επιπλέον λόγος να αυξηθεί
δεν αντέχω άλλους άνεργους και άεργους να μετοικούν στην πολιτική)
όλα έχουν ειπωθεί,
Θριάμβευσε ξανά η βλακεία και το ψέμα
όταν δε εκστομίζεται από βλάκες χάνει και τις ιδιότητές του
η οργή με αφήνει ξέπνοη
έχω εξοντωθεί από την κούραση
κι ας μην ξαπόστασα μόνο ένα τρίωρο σε 4 εικοσιτετράωρα δίπλα στο φρεσκοκαμένο μου χωράφι
ας μην έστησα καραούλι για τις φλόγες
ας μην έπαιξα διελκυστίνδα με τους πυροσβέστες για μια μάνικα
ας μην αντίκρισα από κοντά το καπνισμένο Κρόνιο
ας μην ανάσανα καθαρό μαζούτ
ας μην στάθηκα στην ουρά σα ζητιάνος για προεκλογικά ψηφοθηρικά ευρώπουλα
-σε κοντέινερ θα τη βγάλετε παιδιά, όπως κι οι άλλοι, μέχρι τις 16 ό,τι εξαγοράσουν-
ας μην καταδέχτηκα συσσίτιο γουρουνοπούλας από τους φαταούλες της μητρόπολης
ας μην αντάλλαξα χειραψία με τον πρώην εκ Λονδίνου
ας μην βρέθηκα άμεσα στην ανάγκη τους για να σώσω τα παιδιά μου
-μόνο το τομάρι μου, καθώς πριν 3 χρόνια κάηκε το σπίτι μου και πήδηξα στη στέγη!-
και βέβαια ας μην ψήφισα ποτέ τους επαγγελματίες καρεκλοκένταυρους
πανηγύρι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων (όχι ότι τους έχω εμπιστοσύνη αλλά κάπου εκεί κυμαίνονται τα ποσοστά ούτως ή άλλως)
οι υπάλληλοι σηκώνουν τα χέρια ψηλά
τέτοια βλακεία δεν έχει παγκόσμιο προηγούμενο
η φαντασία μου πάλι ακάματη
πριν καιρό το υβριστικό σχολιάκι ήταν να αποκαλέσεις τους κυβερνήτες διαχειριστές
τώρα το λιγότερο θα ήταν να τους φανταστείς ως ζογκλέρ, διασκεδαστές γ’ διαλογής σε μια σάλα γεμάτη διεφθαρμένους και άβουλους να απλώνουν τα ξύγκια τους σε ανάκλιντρα κραδαίνοντας βεντάλια αντί τηλεκοντρόλ
(είμαι περίεργη για τους πατσοκοιλιάδες που μόνο ξέρουν να ψηφίζουν και να ψηφίζονται -δεν με ενοχλούν οι χοντροί όταν δεν είναι χοντρόπετσοι-, σεξ πώς κάνουν; Με τηλεκοντρόλ κι αυτό;)
πόσο να τεμπελιάσει ρε παιδιά κανείς;
Πόσο και πόσα να φάει;
Πόσο ρεμάλι μπορεί να καταντήσει;
Είπαμε είμαστε τεμπέλικος λαός. Τόσο πολύ όμως;
Κοντεύουμε να φτάσουμε τα όρια ακινησίας των γιόγκι!
Μόνο που αυτοί δεν κινούν ούτε τις μασέλες τους!
Μόνο τσιπούρες κι αστακούς ξέρουμε να τρώμε αγόρια και κορίτσια μου;
Μόνο να νοικιάζουμε limo με το χρήμα φορολογούμενων και να προξενούμε λίμο (λιμός= και σιτοδεία)
το αστειάκι είναι πασσέ παιδιάάάάάάάά
πόσο ταιριάζει το καζαντζίδιο Αχ σε αυτό το λαό το ζούμε όλοι
έχουμε ταλέντο στην κακομοιριά, στη ραγιάδικη σκολίωση
δεν περιμένω τίποτα από ρεζίληδες είναι σαφές
θεωρώ δεδομένη -κι αυτό είναι ελάττωμά μου- την ολοσχερή καταστροφή που προξενεί βαθμηδόν η ενασχόληση νηπίων και μωρών με τα κοινά
ποιοι ψηφίζουν τα μωρά τα γαλάζια και τα πράσινα δεν ξέρω αν και φαντάζομαι ότι είναι πολλοί από αυτούς που είδαν τα σπίτια τους να καίγονται που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι καίγεται ο κώλος τους
αυτοί που ψηφίζουν και τα άλλα μωρά στα fame story φαντάζομαι
μ’ αρέσει που σχολιάστηκε περιγελαστικά το γεγονός ότι πολιτεύτηκε η Σαρρή
αυτή μας εκφράζει παιδιάάάάάάά
αυτή θα μας εκπροσωπήσει με ειλικρίνεια
ας αυτοκαταστραφούμε τουλάχιστον με τσίπα
σου χαλάει τη μόστρα;
δεν είναι και για σοκ
παρεμπιπτόντως μου άρεσε πολύ όπως τα είπε ο Στάθης στην εκπομπή του Ιωάννου
γιατί δεν προσκαλούν 10 Στάθηδες (σε οξυδέρκεια και ήθος, δεν εννοώ την ιδιότητα αν και φρονώ ότι πλέον τον πρώτο λόγο για να μην σαλτάρουμε πρέπει να έχουν οι γελοιογράφοι) στα πάνελ και προτιμούν τις θείτσες ΑΡΑΓΕ, τα ευτραφή πανφάγα και τις σιλικονάτες άσχετες;
ο χείμαρρος ενός νοήμονος όντος, ενός από τους τελευταίους των μοϊκανών, που παρατηρεί το είδος του να εκλείπει
που όμως δεν αρκεί για να σβήσει τόσα πυρπολημένα μυαλά ούτε να αναζωογονήσει άλλα τόσα καμένα
Mad Max (θυμάσαι την ταινία; Χάος, Εξαθλίωση, «Γλοιώδικα Χέλια» και Χόλιγουντ).
Όχι δεν είμαι καλύτερη από πολλούς.
Δεν θα πολιτευτώ όμως κιόλας γαμούν τη ζωή μας (η βρισιά υπέστη διόρθωση).
(Τς τς τς – τι επίπεδο!)
Παρασκευή, Αυγούστου 03, 2007
Μια και το 'φερε η κουβέντα...
Θα έρθει μια μέρα που θα πρέπει να γράψω για τα παράπονα όλων. Κύματα φουσκωμένα που δεν βρήκαν το δρόμο προς την ακτή. Ανομολόγητες πίκρες εκ πρώτης όψεως ήσσονος σημασίας σαν τα δίχτυα των ψαράδων που είναι άδεια από ψάρια μα γραπώνονται σε μια πέτρα του βυθού και γίνονται βαριά, μολύβια. Θα γράψω και για τις χαρές τους. Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο. Τις μικρές στιγμές, τις καθημερινές χοντρές σόλες που αντέχουν σε κακοτράχαλες διαδρομές, το ποτήρι με το νερό που ξεδιψά τον πεζοπόρο. Θα τις ξετρυπώσω σαν νεαρά χταπόδια από τις τρύπες του βράχου. Πώς ένα πρόσωπο μουντό ροδοκοκκινίζει και πώς ένα ανάποδο χαμόγελο φοριέται από την καλή; Πώς η ψυχή φωλιάζει πάνω από το διάφραγμα και πώς ανεβαίνει κάποτε στο στόμα; Αληθεύει ότι χρειάζεται διαχωρισμό το πώς από το γιατί. Από τη φυσικότητα του πώς να περάσεις στο νυστέρι του γιατί είναι καμιά τριανταριά και κάτι αιώνες που οφείλεις να συμπτύξεις σε τριάντα και κάτι χρόνια. Θέλω να κάνω ένα δώρο σε προγονικά, φίλους, γνωστούς, αγνώστους έστω και εκπρόθεσμα. Κι εν πάση περιπτώσει μην το πάμε μόνο στη γραφή. Θέλω να κλάψω, να γελάσω, να χορέψω, να τραγουδήσω, να καβγαδίσω, να κάνω όσα και όπως δεν έκαναν αυτοί. Όχι ότι όλα θα ήταν καλύτερα. Για την ακρίβεια, τίποτα δεν είναι χειρότερο ή καλύτερο απ’ αυτό που μπορούσε να είναι. Βέβαια θα είχε ενδιαφέρον η απουσία παραθετικών. Μα αυτό δεν μπορεί να γίνει. Κάτι περιγράφεται και χαρακτηρίζεται και άρα και η σκέψη που απορρέει από αυτό σε σχέση και σε σύγκριση με κάτι άλλο. Ας μην αρχίσουμε την κουβέντα για τα νήματα της μαριονέτας, δεν μίλησε κανείς για μοιρολάτρες. Ίσως πάλι -εάν και εφόσον το κατάφερνε κάποιος ειδικός-, θα μπορούσε να γίνει κουβέντα περί δυναμικής. Το αστειάκι περί ανεξάντλητου το έχουμε εξαντλήσει. Τα αποθέματα και τα όρια είναι εξαιρετικά συγκεκριμένα. Γι’ αυτό ίσως διαιωνίζεται το ανθρώπινο είδος. Αίτιο η ανάγκη λύτρωσης. Λίγο απασχολεί το υποκείμενο. Όπως στη μεταμοντέρνα λογοτεχνία. Μας ενδιαφέρει ότι κάποιος σκέφτεται και δρα. Το αίτιο και το αιτιατό. Το ποιος δεν μας αφορά. Λες να αλλάξει κάποια στιγμή και το συντακτικό της γλώσσας;
Ας αφεθούμε νωχελικά σε ένα αυθαίρετο παράδειγμα. Μπορεί π.χ. το βάρος ενός ανθρώπου, βάρος που κουβαλάει χρόνια να έχει να κάνει με μια σκουριασμένη υδρορροή. Μπορεί ας πούμε κάποιος επί έτη πολλά έξω από το παράθυρο να έχει πάντα την ίδια εικόνα. Μια σκουριασμένη υδρορροή ανάμεσα σε άλλα. Όχι ότι απαραίτητα εστιάζει συνέχεια σε αυτή. Η επαναλαμβανόμενη άσχημη εικόνα ενός αντικειμένου έχει τη λειτουργία μιας φάλτσας νότας. Σου εντυπώνεται στο πίσω μέρος του εγκεφάλου και την αναπαράγεις χωρίς να ξέρεις καθόλου το γιατί. Μπορεί να στάζει στον νου σου σταγόνα σταγόνα σκουριασμένο νερό. Να ξεπηδά ένας υδάτινος πίδακας σκουρόχρωμος σε κάθε πιθανή κι απίθανη ευκαιρία και να μην ξέρεις την πηγή του. Και φτάνει ο καιρός που κάποιος άλλος, άγνωστος εστιάζει ακριβώς σε αυτήν τη σκουριασμένη υδρορροή που έχει σμιλέψει το είναι σου ή ένα κομμάτι του. Έπειτα υφίστασαι πολλές βδομάδες εμμονών. Αν τις ξεπεράσεις ανατέλλει μια νέα μέρα με καθαρό πόσιμο νερό. Ακούγεται εξαιρετικά απλό. Όχι; Κι όμως για να ΔΕΙΣ αυτή και μόνο την υδρορροή στη σκηνοθεσία της ζωής σου και να την αφήσεις πίσω μαζί με όλα ουσιώδη που κάποτε αφόδευσες, όλα αυτά δηλαδή που έχουν λεκέδες από το ξεραμένο σου αίμα, τα κλειδωμένα σε ένα παλιό μπαούλο, σαν το παλιό σου ημερολόγιο με στιγμές που κάποτε σε τσάκισαν μα που ούτε θυμάσαι πια, ούτε πια σε επηρεάζουν, χρειάζεται περισσότερος χρόνος κι από την ίδια σου τη ζωή. Το κορυφαίο και πιο μακροχρόνιο είναι να ΔΕΙΣ μικρά φάλτσα που μπερδεύονται στην ενορχήστρωση της ζωής σου και έχουν κάνει άλλοι πολύ πριν γεννηθείς εσύ. Άντε εσύ να έχεις παρατηρήσει μόνο μια μικρούλα κορυφή πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας σε κάποια γκριμάτσα, σε κάποια φράση. Αν κάνεις μια βουτιά όμως underneath θα διαπιστώσεις ότι καταλήγει σε ένα τεράστιο παγόβουνο που άπαξ και το είδες δεν μπορείς παρά να το εξερευνήσεις. Αν κάνεις ότι δεν το είδες, θα υποστείς το δριμύ του ψύχος που θα παγώσει το αίμα σου. Θυμάστε ένα παιχνίδι που παίζαμε παιδιά; Κάποιος έκρυβε ένα αντικείμενο κι εσύ έψαχνες να το βρεις. Όσο πλησίαζες στην κρυψώνα ο άλλος σου έλεγε «ζεστό», κι όσο απομακρυνόσουν σου φώναζε «κρύο».
Ηθικό δίδαγμα: οι ακραίες θερμοκρασίες οδηγούν σε ανακαλύψεις.
Ας αφεθούμε νωχελικά σε ένα αυθαίρετο παράδειγμα. Μπορεί π.χ. το βάρος ενός ανθρώπου, βάρος που κουβαλάει χρόνια να έχει να κάνει με μια σκουριασμένη υδρορροή. Μπορεί ας πούμε κάποιος επί έτη πολλά έξω από το παράθυρο να έχει πάντα την ίδια εικόνα. Μια σκουριασμένη υδρορροή ανάμεσα σε άλλα. Όχι ότι απαραίτητα εστιάζει συνέχεια σε αυτή. Η επαναλαμβανόμενη άσχημη εικόνα ενός αντικειμένου έχει τη λειτουργία μιας φάλτσας νότας. Σου εντυπώνεται στο πίσω μέρος του εγκεφάλου και την αναπαράγεις χωρίς να ξέρεις καθόλου το γιατί. Μπορεί να στάζει στον νου σου σταγόνα σταγόνα σκουριασμένο νερό. Να ξεπηδά ένας υδάτινος πίδακας σκουρόχρωμος σε κάθε πιθανή κι απίθανη ευκαιρία και να μην ξέρεις την πηγή του. Και φτάνει ο καιρός που κάποιος άλλος, άγνωστος εστιάζει ακριβώς σε αυτήν τη σκουριασμένη υδρορροή που έχει σμιλέψει το είναι σου ή ένα κομμάτι του. Έπειτα υφίστασαι πολλές βδομάδες εμμονών. Αν τις ξεπεράσεις ανατέλλει μια νέα μέρα με καθαρό πόσιμο νερό. Ακούγεται εξαιρετικά απλό. Όχι; Κι όμως για να ΔΕΙΣ αυτή και μόνο την υδρορροή στη σκηνοθεσία της ζωής σου και να την αφήσεις πίσω μαζί με όλα ουσιώδη που κάποτε αφόδευσες, όλα αυτά δηλαδή που έχουν λεκέδες από το ξεραμένο σου αίμα, τα κλειδωμένα σε ένα παλιό μπαούλο, σαν το παλιό σου ημερολόγιο με στιγμές που κάποτε σε τσάκισαν μα που ούτε θυμάσαι πια, ούτε πια σε επηρεάζουν, χρειάζεται περισσότερος χρόνος κι από την ίδια σου τη ζωή. Το κορυφαίο και πιο μακροχρόνιο είναι να ΔΕΙΣ μικρά φάλτσα που μπερδεύονται στην ενορχήστρωση της ζωής σου και έχουν κάνει άλλοι πολύ πριν γεννηθείς εσύ. Άντε εσύ να έχεις παρατηρήσει μόνο μια μικρούλα κορυφή πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας σε κάποια γκριμάτσα, σε κάποια φράση. Αν κάνεις μια βουτιά όμως underneath θα διαπιστώσεις ότι καταλήγει σε ένα τεράστιο παγόβουνο που άπαξ και το είδες δεν μπορείς παρά να το εξερευνήσεις. Αν κάνεις ότι δεν το είδες, θα υποστείς το δριμύ του ψύχος που θα παγώσει το αίμα σου. Θυμάστε ένα παιχνίδι που παίζαμε παιδιά; Κάποιος έκρυβε ένα αντικείμενο κι εσύ έψαχνες να το βρεις. Όσο πλησίαζες στην κρυψώνα ο άλλος σου έλεγε «ζεστό», κι όσο απομακρυνόσουν σου φώναζε «κρύο».
Ηθικό δίδαγμα: οι ακραίες θερμοκρασίες οδηγούν σε ανακαλύψεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)