Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πλέον θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Μοιάζουν με
Γαλήνιο θρόισμα κουρτίνας
Στο φως του μεσημεριού
Πριν σε πάρει ο ύπνος
με ήχο από καύτρα τσιγάρου
σε επαφή με το οξυγόνο
με νερό που κυλά
Αδιάφορο προορισμού
Με γουλιά οινοπνεύματος
Σε στιγμή ρέμβης
Με ειλικρινή κατάνυξη.
Με μυρωδιές
Των παιδικών σου χρόνων.
Τα νεκρά πράγματα
Μοιάζουν με τη στιγμή
Όταν τη ζεις δυνατά.
Με τον ακαριαίο της θάνατο
Με την διάσταση του χρόνου
Που τον αντιλαμβάνεσαι
Μόνο ανεπιστρεπτί
Με τον υποθετικό λόγο
με το άπιαστο όνειρο
Με την ασέλγεια των ιερών σου
Τα νεκρά πράγματα
Είναι που αγαπώ με πάθος
κι αν προτιμάς
που εμπιστεύομαι
Σαν ό,τι έχει τουλάχιστον μια φορά πεθάνει
Άλλωστε…
Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πια θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Κυριακή, Μαΐου 11, 2008
Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008
"the show must go on"
Όταν τον πρωταγωνιστή τον αντιμετωπίζεις σαν κομπάρσο
Άντε στην καλύτερη σαν υποβολέα,
Έρχεται καιρός που θα πάρει τον ρόλο του πίσω πραξικοπηματικά
Θα πυροβολήσει κάποιον
(Έτσι γίνεται εσαεί
Κανείς δεν βλέπει το τέλος του έργου)
Θα σταθεί στη μέση της σκηνής
Οι προβολείς θα πέσουν πάνω του
Κι εκείνος θα αναφωνήσει
«Showtime!»
Άντε στην καλύτερη σαν υποβολέα,
Έρχεται καιρός που θα πάρει τον ρόλο του πίσω πραξικοπηματικά
Θα πυροβολήσει κάποιον
(Έτσι γίνεται εσαεί
Κανείς δεν βλέπει το τέλος του έργου)
Θα σταθεί στη μέση της σκηνής
Οι προβολείς θα πέσουν πάνω του
Κι εκείνος θα αναφωνήσει
«Showtime!»
Αυτός κι Αυτή χωρίς μυστήρια.
Το μόνο σίγουρο τελικά είναι ότι αυτός την έχει στήσει στη γωνία.
Τελικά και εξ αρχής.
Δεν χαμπαριάζει από ποίηση ούτε από διακριτικότητα.
Δεν έχει κρίση, δεν κάνει επιλογές.
Δεν ξέρει τι θα πει κατάλληλη στιγμή.
Δεν ρωτά, δεν απαντά.
Νομίζεις ότι σε παρατηρεί σαν κάμερα
Σαν ψυχρός εκτελεστής
Σαν άγριος κυνηγός
Με την άκρη του γυάλινου ματιού του
Σαν νεκρό ψάρι
Ότι κάτι περιμένει
Εσένα, τον διπλανό σου
Ότι μελετά κάθε λαθεμένη κίνηση
Για την ακρίβεια,
Όλα αυτά τα έχει χεσμένα
Παραμύθια της αδύναμης κράσης μας.
Αυτός είναι τυφλός
Σαν τον έρωτα
Ψυχικά ανάπηρος
Παραπληγικός
Το ξυλοπόδαρό του έχει τον ήχο του δείκτη του ρολογιού
Βέβαια αυτός ούτε καν ξέρει να μετράει
Δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις ούτε καν θλιβερό λογιστάκο
«δεν παίρνει λογαριασμό δεν δίνει λογαριασμό»
βρίσκεται ανελλιπώς και απροκάλυπτα παρών
Τόσο που τον ξεχνάς
Αυτός πάλι δεν έχει μνήμη
Δεν έχει λήθη
Ροκανίζει οστά
Λίπασμα και πετρώματα
Ροκανίζει συνειδήσεις
Σωθικά
τη ζωή την ενοχλητικά και αδιάκοπα παρούσα
είναι κι αυτή φτιαγμένη απ’ την ίδια στόφα
την μόνη αθάνατη
κι όλοι εμείς
τζογαδόροι
άλλοτε σε πολυτελή καζίνο
άλλοτε σε χαμαιτυπεία
να ποντάρουμε για τον επόμενο γύρο
μέχρι να μείνουμε ταπί
ταπί και ψύχραιμοι στην κυριολεξία
πτώματα προς βορά σκωλήκων και λοιπών βακτηριδίων
ο θάνατός μας η ζωή τους
έτσι απλά
έτσι σκληρά
έτσι αμετάκλητα
έτσι απόλυτα
δεν υπάρχει χώρος για κανένα παραμύθι.
Αυτός κι Αυτή είναι θέμα πιθανοτήτων.
Τελικά και εξ αρχής.
Δεν χαμπαριάζει από ποίηση ούτε από διακριτικότητα.
Δεν έχει κρίση, δεν κάνει επιλογές.
Δεν ξέρει τι θα πει κατάλληλη στιγμή.
Δεν ρωτά, δεν απαντά.
Νομίζεις ότι σε παρατηρεί σαν κάμερα
Σαν ψυχρός εκτελεστής
Σαν άγριος κυνηγός
Με την άκρη του γυάλινου ματιού του
Σαν νεκρό ψάρι
Ότι κάτι περιμένει
Εσένα, τον διπλανό σου
Ότι μελετά κάθε λαθεμένη κίνηση
Για την ακρίβεια,
Όλα αυτά τα έχει χεσμένα
Παραμύθια της αδύναμης κράσης μας.
Αυτός είναι τυφλός
Σαν τον έρωτα
Ψυχικά ανάπηρος
Παραπληγικός
Το ξυλοπόδαρό του έχει τον ήχο του δείκτη του ρολογιού
Βέβαια αυτός ούτε καν ξέρει να μετράει
Δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις ούτε καν θλιβερό λογιστάκο
«δεν παίρνει λογαριασμό δεν δίνει λογαριασμό»
βρίσκεται ανελλιπώς και απροκάλυπτα παρών
Τόσο που τον ξεχνάς
Αυτός πάλι δεν έχει μνήμη
Δεν έχει λήθη
Ροκανίζει οστά
Λίπασμα και πετρώματα
Ροκανίζει συνειδήσεις
Σωθικά
τη ζωή την ενοχλητικά και αδιάκοπα παρούσα
είναι κι αυτή φτιαγμένη απ’ την ίδια στόφα
την μόνη αθάνατη
κι όλοι εμείς
τζογαδόροι
άλλοτε σε πολυτελή καζίνο
άλλοτε σε χαμαιτυπεία
να ποντάρουμε για τον επόμενο γύρο
μέχρι να μείνουμε ταπί
ταπί και ψύχραιμοι στην κυριολεξία
πτώματα προς βορά σκωλήκων και λοιπών βακτηριδίων
ο θάνατός μας η ζωή τους
έτσι απλά
έτσι σκληρά
έτσι αμετάκλητα
έτσι απόλυτα
δεν υπάρχει χώρος για κανένα παραμύθι.
Αυτός κι Αυτή είναι θέμα πιθανοτήτων.
Κυριακή, Μαρτίου 30, 2008
Πρόσωπα, ζώα, πράγματα (new edition).
Ξύπνησε άνευ καλημέρας
Πάτησε το on και πήγε να φτιάξει τον καφέ του
Τον καλημέρισε μια ηλεκτρονική μελωδία από πέντε νότες
Η οθόνη άστραψε στον ήλιο
Έκλεισε το ρολό για να μην θολώνει
Είχε αλλάξει η ώρα στο tool bar, Άνοιξη
Διαδίκτυο, ειδήσεις, gmail, forum, blogόσφαιρα, polanoid, σκάκι και facebook
Του έστειλαν καλημέρες σε ηλεκτρονική μορφή
Άλλες σε greeklish,
άλλες με κεφαλαία,
άλλες με πεζά,
άλλες ανορθόγραφες,
άλλες συγκοπτόμενες,
άλλες με πολλά θαυμαστικά,
άλλες με φατσούλες από σημεία στίξης
Όλες ομοιόμορφα arial
Ένα ζώο γουργούρισε στα πόδια του
Του έβαλε friskies σε ένα μπολ
Να τον αφήσει ήσυχο
-«το pc μου είναι παράθυρο στον κόσμο»
-«δεν έχει όμως πρόσωπο
Σε οβάλ περίγραμμα
Φλέβες να πετάνε στο λαιμό
Ρυτίδες από τη σύσπαση στο μέτωπο
Πόδι της χήνας στα μάτια
Μορφασμούς δυσαρέσκειας
Νευρικά τικ
Κίτρινα δόντια από τη νικοτίνη
Δυσώδη ανάσα από τις νυχτερινές καταχρήσεις
Ανακατεμένα μαλλιά
Ελιές και στίγματα
Τσίμπλες στα μάτια
Χροιά φωνής
Τσιγαρόβηχα…
Δεν μυρίζει, δεν αγγίζει, δεν κοιτά.
Δεν έχει μάτια
αίμα
ή σωματικό πόνο».
Άφησε τον υπολογιστή για λίγο
-Δεν άντεχε πολύ τη γκρίνια-
Κατέβαζε άλλωστε και κάποια mp3…
Πάτησε το τηλεκοντρόλ
Η συσκευή ανταποκρίθηκε αγόγγυστα
Όπως πάντα
Βολικότερη από τον άνθρωπο
δίχως ανάγκη επανατροφοδότησης.
Zapping και χασμουρητό
Διαφημίσεις και άγνωστες στάρλετ
Πολιτικοί και δημοσιογράφοι
Γραφήματα των γκάλοπ
Λαϊκή αγανάκτηση
Σποτ με τα προσεχώς
Σήριαλ
Ατελείωτα σήριαλ σε εκατομμύρια καρέ…
Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο ψυγείο
Ζαμπόν με τυρί και μπίρα
«Η καθιστική ζωή ευνοεί την κατανάλωση λιπαρών και αλκόολ
Γιατί το σώμα δεν έχει άλλη ευχαρίστηση»
γράφει το popular science.
Η γάτα δεν παρατηρεί καμία κινητικότητα
Κοιμάται και πλήττει
Πλήττει και κοιμάται
Τέλος, βγαίνει στη βεράντα να στήσει καρτέρι στα πουλιά
Άρχισε να νυχτώνει
Ακούγεται μια μελωδία από τον υπολογιστή
Του ήρθε μια αναλαμπή
Να την έπαιζε στο πιάνο
Μα το άφησε στο πατρικό του
Χώρο έχει μα που να το μεταφέρει
Η νοσταλγία είναι βαριά…
Κάποια στιγμή σαν να μελαγχόλησε
Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στη μπαλκονόπορτα
Τράβηξε μια φωτογραφία
τούτο το δειλινό έκανε ψύχρα
Μπήκε μέσα κι έκλεισε το τζάμι.
Πήρε το μάτι του την αντανάκλασή του στο γυαλί
Μα ούτε και τότε σάστισε
Το κεφάλι του, το πρόσωπό του
Είχαν το ίδιο σχήμα με το παράθυρο
Ορθογώνιο.
Άγγιξε για λίγο τα τετράγωνα μάγουλα
Κοίταξε κατάματα τα ορθογώνια μάτια του
Συγύρισε την τετράγωνη κόμμωση
Έσκασε ένα χαμόγελο για τα τετράγωνα ρουθούνια του
Του φάνηκαν αστεία
Η γάτα γρατζούνισε το τζάμι να μπει μέσα
Της άφησε ένα άνοιγμα
Αν κι ήταν σίγουρος ότι θα ήθελε να παίξουν
Πήρε τα τσιγάρα του από το τραπεζάκι του σαλονιού
Και κατευθύνθηκε στο pc του
Να ενημερωθεί για τα αθλητικά…
«Μη μου τα ορθογώνια τάραττε»…
Τρόμαξα με ένα τρόμο ολοστρόγγυλο.
Έτρεξα στον οβάλ καθρέφτη.
Το πρόσωπό μου είχε κιόλας αρχίσει να χάνει το περίγραμμα
Τετραγωνοποίηση του κύκλου!
Έκλεισα το laptop
Την τηλεόραση
το ραδιόφωνο
Επιχείρηση στρογγυλοποίησης
Να ξορκίσω το κακό
Όχι δεν είμαι λογίστρια
Απλά πανικόβλητη
Έφτιαξα μπαλάκι στη γάτα μου να παίξουμε
Αγόρασα ημικύκλιους καναπέδες
Πήρα την κιθάρα μου αγκαλιά
Άναψα ένα κυλινδρικό τσιγάρο
Καθάρισα ένα μήλο
Φούσκωσα ένα μπαλόνι
Πήγα στις εκθέσεις του Μποτέρο
Έστρωσα το οβάλ τραπέζι
Κάλεσα φίλους με στρογγυλά πρόσωπα
Άγγιζα σαν χαζή
Τους καμπυλόγραμμους ώμους τους
Κοίταζα κατάματα
Τα αμυγδαλωτά τους μάτια
Παρατηρούσα τις φλέβες να διαγράφονται στο λαιμό τους
Τόνισα όπως όπως τις καμπύλες μου
Ήπια κρασί από στρογγυλές ρώγες μοσχάτου
Πρόφερα όλα τα φωνήεντα,
Με έμφαση στο ω
Στα μάτια σχηματίστηκαν δάκρυα
Πήρα μια ομπρέλα
Και βγήκα στη βροχή
Να εμπεδώσω το σχήμα της σταγόνας
Να μυρίσω το χώμα…
Να αφουγκραστώ τα καμπυλόγραμμα ερωτηματικά..
Η γη είναι άραγε ακόμη στρογγυλή;
Η ζωή διαγράφει ακόμη κύκλο;
Πάτησε το on και πήγε να φτιάξει τον καφέ του
Τον καλημέρισε μια ηλεκτρονική μελωδία από πέντε νότες
Η οθόνη άστραψε στον ήλιο
Έκλεισε το ρολό για να μην θολώνει
Είχε αλλάξει η ώρα στο tool bar, Άνοιξη
Διαδίκτυο, ειδήσεις, gmail, forum, blogόσφαιρα, polanoid, σκάκι και facebook
Του έστειλαν καλημέρες σε ηλεκτρονική μορφή
Άλλες σε greeklish,
άλλες με κεφαλαία,
άλλες με πεζά,
άλλες ανορθόγραφες,
άλλες συγκοπτόμενες,
άλλες με πολλά θαυμαστικά,
άλλες με φατσούλες από σημεία στίξης
Όλες ομοιόμορφα arial
Ένα ζώο γουργούρισε στα πόδια του
Του έβαλε friskies σε ένα μπολ
Να τον αφήσει ήσυχο
-«το pc μου είναι παράθυρο στον κόσμο»
-«δεν έχει όμως πρόσωπο
Σε οβάλ περίγραμμα
Φλέβες να πετάνε στο λαιμό
Ρυτίδες από τη σύσπαση στο μέτωπο
Πόδι της χήνας στα μάτια
Μορφασμούς δυσαρέσκειας
Νευρικά τικ
Κίτρινα δόντια από τη νικοτίνη
Δυσώδη ανάσα από τις νυχτερινές καταχρήσεις
Ανακατεμένα μαλλιά
Ελιές και στίγματα
Τσίμπλες στα μάτια
Χροιά φωνής
Τσιγαρόβηχα…
Δεν μυρίζει, δεν αγγίζει, δεν κοιτά.
Δεν έχει μάτια
αίμα
ή σωματικό πόνο».
Άφησε τον υπολογιστή για λίγο
-Δεν άντεχε πολύ τη γκρίνια-
Κατέβαζε άλλωστε και κάποια mp3…
Πάτησε το τηλεκοντρόλ
Η συσκευή ανταποκρίθηκε αγόγγυστα
Όπως πάντα
Βολικότερη από τον άνθρωπο
δίχως ανάγκη επανατροφοδότησης.
Zapping και χασμουρητό
Διαφημίσεις και άγνωστες στάρλετ
Πολιτικοί και δημοσιογράφοι
Γραφήματα των γκάλοπ
Λαϊκή αγανάκτηση
Σποτ με τα προσεχώς
Σήριαλ
Ατελείωτα σήριαλ σε εκατομμύρια καρέ…
Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο ψυγείο
Ζαμπόν με τυρί και μπίρα
«Η καθιστική ζωή ευνοεί την κατανάλωση λιπαρών και αλκόολ
Γιατί το σώμα δεν έχει άλλη ευχαρίστηση»
γράφει το popular science.
Η γάτα δεν παρατηρεί καμία κινητικότητα
Κοιμάται και πλήττει
Πλήττει και κοιμάται
Τέλος, βγαίνει στη βεράντα να στήσει καρτέρι στα πουλιά
Άρχισε να νυχτώνει
Ακούγεται μια μελωδία από τον υπολογιστή
Του ήρθε μια αναλαμπή
Να την έπαιζε στο πιάνο
Μα το άφησε στο πατρικό του
Χώρο έχει μα που να το μεταφέρει
Η νοσταλγία είναι βαριά…
Κάποια στιγμή σαν να μελαγχόλησε
Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στη μπαλκονόπορτα
Τράβηξε μια φωτογραφία
τούτο το δειλινό έκανε ψύχρα
Μπήκε μέσα κι έκλεισε το τζάμι.
Πήρε το μάτι του την αντανάκλασή του στο γυαλί
Μα ούτε και τότε σάστισε
Το κεφάλι του, το πρόσωπό του
Είχαν το ίδιο σχήμα με το παράθυρο
Ορθογώνιο.
Άγγιξε για λίγο τα τετράγωνα μάγουλα
Κοίταξε κατάματα τα ορθογώνια μάτια του
Συγύρισε την τετράγωνη κόμμωση
Έσκασε ένα χαμόγελο για τα τετράγωνα ρουθούνια του
Του φάνηκαν αστεία
Η γάτα γρατζούνισε το τζάμι να μπει μέσα
Της άφησε ένα άνοιγμα
Αν κι ήταν σίγουρος ότι θα ήθελε να παίξουν
Πήρε τα τσιγάρα του από το τραπεζάκι του σαλονιού
Και κατευθύνθηκε στο pc του
Να ενημερωθεί για τα αθλητικά…
«Μη μου τα ορθογώνια τάραττε»…
Τρόμαξα με ένα τρόμο ολοστρόγγυλο.
Έτρεξα στον οβάλ καθρέφτη.
Το πρόσωπό μου είχε κιόλας αρχίσει να χάνει το περίγραμμα
Τετραγωνοποίηση του κύκλου!
Έκλεισα το laptop
Την τηλεόραση
το ραδιόφωνο
Επιχείρηση στρογγυλοποίησης
Να ξορκίσω το κακό
Όχι δεν είμαι λογίστρια
Απλά πανικόβλητη
Έφτιαξα μπαλάκι στη γάτα μου να παίξουμε
Αγόρασα ημικύκλιους καναπέδες
Πήρα την κιθάρα μου αγκαλιά
Άναψα ένα κυλινδρικό τσιγάρο
Καθάρισα ένα μήλο
Φούσκωσα ένα μπαλόνι
Πήγα στις εκθέσεις του Μποτέρο
Έστρωσα το οβάλ τραπέζι
Κάλεσα φίλους με στρογγυλά πρόσωπα
Άγγιζα σαν χαζή
Τους καμπυλόγραμμους ώμους τους
Κοίταζα κατάματα
Τα αμυγδαλωτά τους μάτια
Παρατηρούσα τις φλέβες να διαγράφονται στο λαιμό τους
Τόνισα όπως όπως τις καμπύλες μου
Ήπια κρασί από στρογγυλές ρώγες μοσχάτου
Πρόφερα όλα τα φωνήεντα,
Με έμφαση στο ω
Στα μάτια σχηματίστηκαν δάκρυα
Πήρα μια ομπρέλα
Και βγήκα στη βροχή
Να εμπεδώσω το σχήμα της σταγόνας
Να μυρίσω το χώμα…
Να αφουγκραστώ τα καμπυλόγραμμα ερωτηματικά..
Η γη είναι άραγε ακόμη στρογγυλή;
Η ζωή διαγράφει ακόμη κύκλο;
Πέμπτη, Μαρτίου 27, 2008
Embargo
I wonder, where are my dreams hiding?
I miss their precious comate as I wash my face in the morning
Their reflection on the mirror
Their cloud I step on barefoot jumping out of bed
The colors and the signs
No, I am not complaining
I was left my cat’s charm
Her flossy cuddling
cat is ignorant of poetry, though
like all poems
I behold the shapes in my coffee-froth
Composing omens
First, dreams have gone
Then what?
on the steaming cup
Dance my tiny wishes
I wish I had cat’s seven souls
Octopus’ three hearts
Horowitz’s ten fingers
However,
wishes are not dreams anyhow
and words are not a poem.
Finally, my keyboard found the key
Refusing to write in Greek
balking my last resort
I feel the panic of embargo
I am Cuba of writers
Hemingway’s coffee break
At last,
my coffee’s fume is sketching me a query
screaming desperately like a torch singer
bounding me like an innocent child
“no native language, no memory of dreams
Will you carry on writing by all means?”
I miss their precious comate as I wash my face in the morning
Their reflection on the mirror
Their cloud I step on barefoot jumping out of bed
The colors and the signs
No, I am not complaining
I was left my cat’s charm
Her flossy cuddling
cat is ignorant of poetry, though
like all poems
I behold the shapes in my coffee-froth
Composing omens
First, dreams have gone
Then what?
on the steaming cup
Dance my tiny wishes
I wish I had cat’s seven souls
Octopus’ three hearts
Horowitz’s ten fingers
However,
wishes are not dreams anyhow
and words are not a poem.
Finally, my keyboard found the key
Refusing to write in Greek
balking my last resort
I feel the panic of embargo
I am Cuba of writers
Hemingway’s coffee break
At last,
my coffee’s fume is sketching me a query
screaming desperately like a torch singer
bounding me like an innocent child
“no native language, no memory of dreams
Will you carry on writing by all means?”
Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008
Pie in the sky
Η μοναξιά μερικές φορές
Κρύβει κάτι το θεσπέσιο
Η δόνηση του πλυντηρίου
Το νιαούρισμα της γάτας
Ο ήχος από το πληκτρολόγιο
Το σούρσιμο του φεγγαριού στην ουράνια καμπύλη
Βγαίνω πότε πότε στην βεράντα
Παρατηρώ το κυριακάτικο ηλεκτρικό φως στις μπαλκονόπορτες
Μετρώ μελαγχολίες
Εν όψει της πρωινής εκτέλεσης των 7.00
Η ψύχρα του Μάρτη
Η λάμπα του δρόμου που φωτίζει τον απέναντι κήπο
Σε κάνει κάτι να περιμένεις
Στη σκηνή κάτω απ’ τον προβολέα
Ένας αόρατος θίασος θα περάσει όπου να’ ναι
Σήμερα αύριο χθες
Δεν έχει σημασία
Τα φώτα σβήνουν ένα ένα
Σε πλημμυρίζει μια ευγνωμοσύνη για αυτή τη λάμπα που μένει αναμμένη
Κάθε νύχτα ως το ξημέρωμα
Αυτοκίνητα παρκαρισμένα
Κουρασμένα από την κυριακάτικη εκδρομή
Ή άπραγα λόγω του κουρασμένου οδηγού τους
Μου είπες έλα να πάμε μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα
Για όμορφη μουσική
Ένα καλό κρασί
Για μια περιήγηση στα αστέρια
Η θάλασσα κι η νύχτα μαζί
Αυξάνουν την επικινδυνότητα
Να βγεις για ένα πακέτο τσιγάρα
Και να μην γυρίσεις ποτέ
Κι εμένα που μάτωσαν τα μάτια μου απ’ τα παιχνίδια
Και τα χρώματα
Απ΄τις αιχμές και τα δόρατα
Θέλω που και που να γυρίζω
Σε αυτή τη βεράντα
Σ’ αυτό τον δρόμο
Που με οδήγησε για πρώτη φορά στην αρένα
Των υπέργειων επίγειων και υπόγειων αναμετρήσεων.
Θα πάμε μια νύχτα στη θάλασσα
Το υπόσχομαι
Όταν η επιστροφή μου θα είναι πια περιττή
Μέχρι τότε έλα να σου πετάξω ένα γιασεμί απ’ τη γλάστρα
Όπως πετάω κέρματα στον πλανόδιο ακορντεονίστα
Που μου τραγουδά το «σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία»
Χωρίς να έχει κρυφοκοιτάξει ποτέ την ασχήμια μου.
Κρύβει κάτι το θεσπέσιο
Η δόνηση του πλυντηρίου
Το νιαούρισμα της γάτας
Ο ήχος από το πληκτρολόγιο
Το σούρσιμο του φεγγαριού στην ουράνια καμπύλη
Βγαίνω πότε πότε στην βεράντα
Παρατηρώ το κυριακάτικο ηλεκτρικό φως στις μπαλκονόπορτες
Μετρώ μελαγχολίες
Εν όψει της πρωινής εκτέλεσης των 7.00
Η ψύχρα του Μάρτη
Η λάμπα του δρόμου που φωτίζει τον απέναντι κήπο
Σε κάνει κάτι να περιμένεις
Στη σκηνή κάτω απ’ τον προβολέα
Ένας αόρατος θίασος θα περάσει όπου να’ ναι
Σήμερα αύριο χθες
Δεν έχει σημασία
Τα φώτα σβήνουν ένα ένα
Σε πλημμυρίζει μια ευγνωμοσύνη για αυτή τη λάμπα που μένει αναμμένη
Κάθε νύχτα ως το ξημέρωμα
Αυτοκίνητα παρκαρισμένα
Κουρασμένα από την κυριακάτικη εκδρομή
Ή άπραγα λόγω του κουρασμένου οδηγού τους
Μου είπες έλα να πάμε μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα
Για όμορφη μουσική
Ένα καλό κρασί
Για μια περιήγηση στα αστέρια
Η θάλασσα κι η νύχτα μαζί
Αυξάνουν την επικινδυνότητα
Να βγεις για ένα πακέτο τσιγάρα
Και να μην γυρίσεις ποτέ
Κι εμένα που μάτωσαν τα μάτια μου απ’ τα παιχνίδια
Και τα χρώματα
Απ΄τις αιχμές και τα δόρατα
Θέλω που και που να γυρίζω
Σε αυτή τη βεράντα
Σ’ αυτό τον δρόμο
Που με οδήγησε για πρώτη φορά στην αρένα
Των υπέργειων επίγειων και υπόγειων αναμετρήσεων.
Θα πάμε μια νύχτα στη θάλασσα
Το υπόσχομαι
Όταν η επιστροφή μου θα είναι πια περιττή
Μέχρι τότε έλα να σου πετάξω ένα γιασεμί απ’ τη γλάστρα
Όπως πετάω κέρματα στον πλανόδιο ακορντεονίστα
Που μου τραγουδά το «σ’ αγαπώ γιατί είσ’ ωραία»
Χωρίς να έχει κρυφοκοιτάξει ποτέ την ασχήμια μου.
Allons enfants...
Καιρός να αποφορτίσουμε τις σημαίες από τα σημαινόμενα
Από όσα κονσερβοκούτια σέρνουν από πίσω τους σε ένα δίχτυ
Ιδέες, μεγαλοστομίες, αίματα, εθνικιστικά κρεσέντο, τερατουργήματα στον βωμό της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, τη Μπουμπουλίνα στητή στο άλμπουρο,
Αγγαρείες γερμανικής σκοπιάς, προσευχή και πρόβες για την παρέλαση,
Βαριά κοντάρια σε παιδικά κοριτσίστικα χέρια,
Τον Παπαφλέσσα, την άλωση της Τριπολιτσάς, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό,
τη φυλακή του Κολοκοτρώνη,
τον μπακαλιάρο σκορδαλιά
τη γιορτή του θείου Βαγγέλη
όσα πονούν, αηδιάζουν κι όσα ακόμη συγκινούν.
Ας απολαύσουμε απλά το σημαίνον μιας γαλανόλευκης
Σε φα μείζονα
Ανεπηρέαστοι από τον εθνικό μας ύμνο
Όμορφα χρώματα
Μακρύ φίνο ύφασμα
Που θροΐζει στο βοριαδάκι
Λίκνισμα αέρινου χαιρετισμού
Αποχαιρετισμού στα όπλα πιο συγκεκριμένα
Και ξεκάθαρου φιλειρηνικού νεύματος
Μικροί παίζαμε τον πόλεμο στις γειτονιές
Υπό αυτή την έννοια μέχρι κι εγώ υπηρέτησα ως λοχίας
Γόνατα μαβιά από τις άτσαλες πτώσεις
Αγκώνες με μπαλώματα ξεραμένου αίματος
Κανένα καρούμπαλο με συνοδεία πάγου
Χώμα και λάσπη στα ρούχα
Νυχτερινές διηγήσεις ανδραγαθημάτων
Ψιθυριστά στον φανταστικό μας φίλο
Έκκριση αδρεναλίνης να μην μπορείς να κοιμηθείς
Όνειρα με πλοία και με άλογα
«όλοι σε φωνάζαμ’ αρχηγό»
Εποχές ένδοξα αθώες…
Γι’ αυτό σου λέω οι σημαίες
(Όλες οι αφηρημένες έννοιες είναι γένους θηλυκού)
Σαν λυγερόκορμες γυναίκες που στροβιλίζονται με χάρη
Σε κατάμεστες σάλες
Υψωμένες στα βάθρα τους
Από γενναίους πολεμιστές
Και δειλούς καλλιτέχνες
Μου δίδαξαν τον πόλεμο από το νηπιαγωγείο
Και τα παιδιά μαθαίνουν τόσο εύκολα…
Έτσι όμως όπως θροΐζουν στα διπλανά μπαλκόνια
Είναι σα να κουνούν μπροστά στα μάτια μου το χέρι τους
Σε υπενθύμιση μιας μικρούλας παλιάς μας εκκρεμότητας
Ρωτώντας αδιάκοπα και νανουριστικά:
«Πότε θα μάθεις την τέχνη της ειρήνης»;
«Πότε θα μάθεις την τέχνη της ειρήνης»;
Από όσα κονσερβοκούτια σέρνουν από πίσω τους σε ένα δίχτυ
Ιδέες, μεγαλοστομίες, αίματα, εθνικιστικά κρεσέντο, τερατουργήματα στον βωμό της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, τη Μπουμπουλίνα στητή στο άλμπουρο,
Αγγαρείες γερμανικής σκοπιάς, προσευχή και πρόβες για την παρέλαση,
Βαριά κοντάρια σε παιδικά κοριτσίστικα χέρια,
Τον Παπαφλέσσα, την άλωση της Τριπολιτσάς, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό,
τη φυλακή του Κολοκοτρώνη,
τον μπακαλιάρο σκορδαλιά
τη γιορτή του θείου Βαγγέλη
όσα πονούν, αηδιάζουν κι όσα ακόμη συγκινούν.
Ας απολαύσουμε απλά το σημαίνον μιας γαλανόλευκης
Σε φα μείζονα
Ανεπηρέαστοι από τον εθνικό μας ύμνο
Όμορφα χρώματα
Μακρύ φίνο ύφασμα
Που θροΐζει στο βοριαδάκι
Λίκνισμα αέρινου χαιρετισμού
Αποχαιρετισμού στα όπλα πιο συγκεκριμένα
Και ξεκάθαρου φιλειρηνικού νεύματος
Μικροί παίζαμε τον πόλεμο στις γειτονιές
Υπό αυτή την έννοια μέχρι κι εγώ υπηρέτησα ως λοχίας
Γόνατα μαβιά από τις άτσαλες πτώσεις
Αγκώνες με μπαλώματα ξεραμένου αίματος
Κανένα καρούμπαλο με συνοδεία πάγου
Χώμα και λάσπη στα ρούχα
Νυχτερινές διηγήσεις ανδραγαθημάτων
Ψιθυριστά στον φανταστικό μας φίλο
Έκκριση αδρεναλίνης να μην μπορείς να κοιμηθείς
Όνειρα με πλοία και με άλογα
«όλοι σε φωνάζαμ’ αρχηγό»
Εποχές ένδοξα αθώες…
Γι’ αυτό σου λέω οι σημαίες
(Όλες οι αφηρημένες έννοιες είναι γένους θηλυκού)
Σαν λυγερόκορμες γυναίκες που στροβιλίζονται με χάρη
Σε κατάμεστες σάλες
Υψωμένες στα βάθρα τους
Από γενναίους πολεμιστές
Και δειλούς καλλιτέχνες
Μου δίδαξαν τον πόλεμο από το νηπιαγωγείο
Και τα παιδιά μαθαίνουν τόσο εύκολα…
Έτσι όμως όπως θροΐζουν στα διπλανά μπαλκόνια
Είναι σα να κουνούν μπροστά στα μάτια μου το χέρι τους
Σε υπενθύμιση μιας μικρούλας παλιάς μας εκκρεμότητας
Ρωτώντας αδιάκοπα και νανουριστικά:
«Πότε θα μάθεις την τέχνη της ειρήνης»;
«Πότε θα μάθεις την τέχνη της ειρήνης»;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)