Τρίτη, Μαΐου 06, 2014

Το απολίθωμα

Κοιμάσαι και ξυπνάς κάθε μέρα με την ίδια μονοτονία. Δεν μπορείς και να τεντωθείς. Δεν έχεις χώρο να απλώσεις τα άκρα σου. Είσαι γέρος πολύ. Περνούν οι εποχές κι εσύ εκεί στην ίδια στάση. Είσαι εξαντλημένος από την ξεκούραση. Άπραγος τώρα πια, σα σαπιοκάραβο παρατημένο σε καρνάγιο, να βλέπεις τα άλλα πλοία στο λιμάνι να κάνουν ταξίδια και να σε κυριεύει η ζήλια. Μια ζήλια νοσηρή και τόσο έντονη που στο τέλος καταλήγει σε ηδονή. Την ηδονή του πόνου. Του πόνου του άλλου. Αφού βλέπεις μια μύγα, ας πούμε, να πιάνεται στον ιστό της αράχνης και αντί να τη συμπονέσεις, χαίρεσαι με την κατάντια της. «Τα ’φαγες κι εσύ τα ψωμιά σου», σκέφτεσαι.
 Ή πάλι αν κανένας γλάρος σπάσει τη φτερούγα του κι αρχίσει αυτό τον κυκλικό χορό λίγο πριν ξεψυχήσει, χορεύεις κι εσύ από τη χαρά σου. Είσαι χαιρέκακος και δεν ντρέπεσαι καθόλου γι’ αυτό. Αν είχες ζήσει όμως τόσο όσο εγώ, θα καταλάβαινες ότι η ηθική είναι ένα σάπιο κατασκεύασμα του ανθρώπου. Την κόβει και τη ράβει στα μέτρα του κατά πώς τον βολεύει. Όχι, δεν ήσουν πάντα έτσι. Όταν είσαι νέος, έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου, θέλεις να ρουφήξεις όλο το νέκταρ του κόσμου. Ανοίγεις τα φτερά σου και ξανοίγεσαι σε χίλιους δυο κινδύνους, σε γαργαλάει μια γλυκιά αγωνία για το τι θα συναντήσεις εκεί έξω, ένας ανελέητος τρόμος μην σε κατασπαράξουν. Όσο να πεις, γεράκια και αετονύχηδες γέμισε ο τόπος. Κάνεις τα πρώτα σου βήματα εσύ ένα τόσο δα πλασματάκι σε ένα πελώριο σύμπαν που δονείται και βουίζει ακατάπαυστα και σε πιάνει μια αχόρταγη δίψα για ζωή. Θέλεις να γευτείς τους χυμούς της νιότης, να αγγίξεις όλα τα λουλούδια, να ξεδιψάσεις με τις δροσοσταλίδες, να νιώσεις ανατριχίλα με την πρωινή πάχνη, να παίξεις με τα χώματα, να τσαλαβουτήσεις στα ρυάκια που σχηματίζει η βροχή, να μυρίσεις το βρεγμένο χώμα, να αναμετρηθείς με το απέραντο. Όλα τα έβλεπες αλλιώς τότε. Ήσουν καλός, ευγενικός, συμπονούσες τα άλλα πλάσματα. Τόσος πόνος σου φαινόταν παράλογος. Ολοένα μεγάλωνες και μεγάλωνες. Όλοι οι δρόμοι ξανοίγονταν μπροστά σου να τους κατακτήσεις. Έπαψες πια να αισθάνεσαι πλάσμα ανυπεράσπιστο. Είχες πια κι εσύ κρυμμένο το κεντρί σου. Ήσουν ο κυρίαρχος του σύμπαντος. Πήρες μέρος σε πολέμους, σε επιδρομές από ξηράς και από αέρος, νίκησες, ηττήθηκες, επέζησες. Σκλήρυναν τα φτερά σου, τα μέλη σου, το μέσα σου. Μα να, κάπου-κάπου γλύκαινες λίγο, σα μέλι από πεύκο. Ιδίως, τα καλοκαίρια, τι ηδονή ήταν αυτή! Όλα τα θηλυκά πετάριζαν, ζουζούνιζαν τριγύρω μέσα στα χρώματα και τις ευωδιές. Υπήρξες άσωτος, παραδέξου το. Αχ, τα καλοκαίρια, όλο αγάπες και λουλούδια. Το χειμώνα πάλι, δεν τον συμπάθησες ποτέ. Όλο κάπου έπρεπε να στριμώχνεσαι για να μην ξεπαγιάζεις, για να βρεις φαί έπρεπε να κάνεις το ζητιάνο σε διάφορες σπηλιές. Όχι, εσένα δεν του ταίριαζε η ζωή σε χώρους κλειστούς. Σου ταίριαζε η ανοιχτοσύνη. Ήταν στη φύση σου. Αυτό όμως που δεν θα ξεχάσεις ποτέ και που θα σκότωνες για να το έχεις τώρα είναι η άπλα. Τα ανοιχτά λιβάδια, τα ψηλά βουνά, ο ήλιος ο λαμπρός με τις αχτίδες του τις πηχτές που λες και θα τις έκοβες με μαχαίρι σε ροδέλες. Αυτή ήταν ζωή! Κι όσο για εργασία; Ούτε αυτή σου ταίριαζε. Γι’ αυτό είχες διαχωρίσει τη θέση σου από τους άλλους στην κοινότητα. «Εγώ σκλάβος δεν γίνομαι. Εγώ είμαι πολεμιστής και άμα σας αρέσει» έλεγες και ξανάλεγες επαναστατικά. Και δεν τους άρεσε. Ούτε που γύρισαν να σε κοιτάξουν. Αντί να γίνεις ήρωας, έγινες και παρίας. Είχες πάρει τον δυσκολότερο δρόμο. Και σιγά μην καθόσουν να τους παρακαλέσεις. Εσύ, ο ξακουστός πολεμιστής, ο καρδιοκατακτητής, ο πιο ατίθασος από όλους, θα καθόσουν να παρακαλέσεις αυτούς τους άθλιους! Κάτι μίζερους συμβιβασμένους που η ζωή τους ολόκληρη δεν ήταν παρά δουλειά και σπίτι, σπίτι και δουλειά. Ποτέ σου δεν τους ζήλεψες. Κι ας σεργιάνιζες μόνος άσκοπα να κρυώνεις, να πεινάς. Την ελευθερία σου δεν την αντάλλαξες ποτέ με τίποτα. Μόνο αργότερα, εκείνη την αναθεματισμένη μέρα που σε βρήκε το κακό, τότε μόνο πέρασαν όλοι για να σε χλευάσουν. Τους πλημμύριζε η χαρά, βλέπεις, γιατί πάντα σε φθονούσαν. «Τώρα πια θα γίνεις αθάνατος». «Εσύ δάμασες ακόμη και τον πανδαμάτορα». Αυτά σου έλεγαν οι αλήτες, καγχάζοντας και γελώντας. Μόνο ένας στα είπε σταράτα, «τα ρούφηξες πια αυτά τα έρημα τα πεύκα, σε ρούφηξαν κι αυτά». Και σε ρούφηξαν κυριολεκτικά. Θα σου μείνει αλησμόνητο εκείνο το πρωινό. Λουζόσουν στον ήλιο που έσταζε από τις πευκοβελόνες. Είχαν χαράξει τα πεύκα για να βγάλουν ρετσίνι και παρά τις πληγές τους αυτά μοσχομύριζαν. Είχες μεθύσει λίγο από την ευωδιά λίγο από το φως και ένιωθες την υπέρτατη ευφορία. Ξαφνικά, αισθάνθηκες να σε τυλίγει μια ζεστή, υγρή αγκαλιά. Βούρκωσες από ευτυχία που σε αγκάλιαζαν ξανά μετά από τόση μοναξιά. Ακόμη το θυμάσαι και ανατριχιάζεις. Και δεν ξέρεις αν υπάρχει θεός κι αν είναι αρμόδιος για κάτι τέτοιο, αλλά δεν υπάρχει χειρότερο είδος κακίας, από το να προσφέρεις σε κάποιον συμπυκνωμένη όλη την ευτυχία του κόσμου για μερικά δευτερόλεπτα και αμέσως μετά να τον οδηγείς σε μια δυστυχία που θα διαρκέσει αιώνες. Έκανες να κουνηθείς, αλλά κολλούσες και βούλιαζες περισσότερο όπως σε κινούμενη άμμο. Σιγά-σιγά σε κατάπινε μια γλοιώδης μάζα με την πιο σαγηνευτική για σένα οσμή.

Δεν ωφελεί να τα θυμάσαι πια… Δεν έχεις όμως και πολλά να κάνεις πέρα από το να παρατηρείς τον κόσμο γύρω σου. Θλίψη και γκρίνια ως επί το πλείστον. Αλλά ακόμη κι όταν πέσει στην αντίληψή σου κάτι αληθινά όμορφο, ένα αθώο βλέμμα παιδιού ή μια εξαίσια μελωδία, μελαγχολείς ανυπόφορα. Το καλύτερο είναι να γεμίζεις δυο δάχτυλα σκόνη και να μη βλέπεις τίποτα εκεί έξω. Πάντως, δεν έχεις παράπονο. Σκύβουν πάνω από την προθήκη που σε έχουν τοποθετήσει και σε χαζεύουν για ώρα. Οι άνθρωποι σου συμπεριφέρονται λες κι είσαι πολύτιμος. Πολύτιμος εσύ, ένα απολίθωμα εντόμου σε κεχριμπάρι! 

Κυριακή, Μαΐου 04, 2014

Η νίκη ενός δειλού

Υπήρξε όλη του τη ζωή δειλός. Ήταν ένα χαρακτηριστικό που κραύγαζε πάνω του από τη θαμπάδα που απέπνεε, από το διόλου προικισμένο σουλούπι του, από τη χαμηλόφωνη ομιλία του, πάντα λες και φοβόταν μην τον ακούσουν, από το χαμηλωμένο του βλέμμα κι αν τον γνώριζες καλύτερα κι από το χαμηλό του ανάστημα που δεν όρθωνε ποτέ, ούτε στους γονείς του ούτε στη γυναίκα του ούτε στα παιδιά του ούτε στη δουλειά του ούτε σε μια απλή διαφωνία μεταξύ φίλων. Το μόνο που είχε στητό ήταν τα αυτιά του σαν λαγωνικό που προσπαθεί να ακούσει πού θα πέσει το θήραμα για να πάει να το φέρει. Ένιωθε λες και διαρκώς κινδύνευε μην τον καταδώσουν. Το μόνο ποιητικό που είχε πάνω του, τρόπον τινά, ήταν οι γυρτοί του ώμοι και κυρίως ο αριστερός που ο πολύς ο κόσμος απέδιδε σε φυσικό ελάττωμα. Όχι όμως δεν ήταν αυτό. Ο άνδρας είχε γεννηθεί τα χρόνια της Κατοχής σε ορεινό χωριό και είχε δει με τα φιλύποπτα μάτια του όλες τις μελανές σελίδες της ελληνικής Ιστορίας. Ήταν ο μικρότερος και τελικά μοναδικός επιζών από μια πολυπληθή οικογένεια. Η μάνα του κι ο πατέρας του έχοντας χάσει πολλά παιδιά προφύλασσαν τον γιο τους ως κόρη οφθαλμού. Τι τον έκρυβαν μέσα στα άχυρα για να μην τον βρουν οι αντάρτες, τι τον φυγάδευαν σε διπλανά χωριά, τι τον έκρυβαν σε πηγάδια μέσα στο σκοτάδι χωρίς κερί, ώσπου στο τέλος τον έδιωξαν στην Αθήνα για να σπουδάσει αντί να μείνει και να ασχοληθεί με τις αγροτικές δουλειές όπως θα συνέβαινε κανονικά. Ποιος μπορεί να ξέρει άραγε τι διεργασίες συντελέστηκαν στην ψυχή του αγοριού σε ώρες τρόμου; Πώς η ρόδινη πρώτη ύλη της ψυχής του αναμίχθηκε με τόσες ακαθαρσίες κι έβγαλε μια πλαστελίνη γκρι; Τι μάχες αδυσώπητες έδωσε τότε εκεί κάτω στα σκοτεινά πηγάδια, πώς τις έχασε και πότε ο φόβος τον κατάπιε εντέλει ολόκληρο; Αδιευκρίνιστα όλα. Μόνο οι γυρτοί του ώμοι απέμειναν να δείχνουν τους ελιγμούς που έκανε σε τόσες κακοτοπιές σα μελλοθάνατος που επιδίδεται σε χορευτικές κινήσεις για να αποφύγει τη λάμα που θα τον αποτελειώσει.
Παντρεύτηκε από χρέος. Μεγάλωσε τα παιδιά του ομοίως. Δούλεψε σαν το σκυλί χωρίς ποτέ να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Σε μια δουλειά μπήκε στα δεκαοκτώ, από την ίδια συνταξιοδοτήθηκε. Δούλευε σε κατάστημα με ρούχα. Από εκεί γνώρισε κι ένα σωρό ράφτες όπου έραβε τις καλές εποχές όλα του τα κουστούμια έτσι ώστε να καλύπτουν το ελάττωμα των ώμων του. Το βλέμμα του, όμως, φοβισμένου πουλιού δεν κατάφερε να το κρύψει ποτέ. Όπως όμως συμβαίνει ακόμη και στις πιο γκρίζες ζωές, κάποια στιγμή, όταν ήταν ακόμη νέος, συνέβη το μοιραίο. Ερωτεύθηκε. Ερωτεύθηκε ένα λουλουδάτο φλύαρο κορίτσι, σαν την Άνοιξη τότε, μια συνεπιβάτισσά του καθημερινά στο λεωφορείο από και προς τη δουλειά. Το κορίτσι το γνώρισε έγκυο και παντρεμένο με κάποιον από έρωτα. Ήταν η μόνη φορά που τόλμησε κάτι. Τόλμησε να μπει σε αυτό το πάθος και να δείξει τα συναισθήματά του με την ανάλογη ήττα που συνήθως συνοδεύει τις γκρίζες υπάρξεις. Το κορίτσι τον απέρριψε ως εραστή αλλά τον εμπιστεύθηκε ως φίλο. Χρόνια ολόκληρα. Εκείνος που φοβόταν τη σκιά του, έγινε η σκιά της, ο φύλακας άγγελός της. Συχνά σε βαθμό τρομακτικό. Την παρακολουθούσε από μακριά και από κοντά, δροσιζόταν από τις σταγόνες του δηλητηρίου που έσταζε στην ψυχή του η ευτυχία της ή καιγόταν από τη θέρμη των δακρύων της σε καιρούς δυστυχίας της. Εκείνη μια φορά πάντως ήταν ο διαβήτης που χάραζε τους κύκλους της ζωής του. Δεν ήταν τόσο ότι την είχε αγαπήσει όσο ότι η κοπέλα ήταν ο μοναδικός του σύνδεσμος με αυτό που αποκαλούμε ζωή.
Τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι είχε γεννήσει μια κόρη, είχε ατυχήσει στο γάμο της, χώρισε. Εκείνου η γυναίκα πέθανε και τα παιδιά του τον είχαν ξεγράψει. Έπειτα από μισό αιώνα, τα έφερε έτσι η ζωή και ο γκρίζος άνδρας πήγε να συζήσει με την μοναδική του αγάπη. Για εκείνον ήταν όνειρο ζωής. Για εκείνη λύση ανάγκης. Η γυναίκα ήταν επιβαρυμένη πια με την ευθύνη της γιαγιάς που φροντίζει την εγγονή της, ένα παιδάκι όπως όλα που η αθώα του ομορφιά ξυπνάει την ψυχή από ύπνο βαθύ με τον πιο γλυκό και οξύ πόνο. Ο άνδρας είχε μπει πια στο ρόλο του παππού με τέτοια ζέση και αφοσίωση που κανείς από όσους τον γνώριζαν δεν πίστευε στην μεταστροφή του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σκεφτόταν κανείς ότι το μωρό αυτό ήταν το μόνο πλάσμα που ποτέ του αγάπησε άδολα. Και το είχε αγαπήσει ακριβώς ίσως γι’ αυτό. Γιατί αγάπησε σε αυτό την τελική πτώση, την παταγώδη ήττα της καχυποψίας του. Ήταν το μοναδικό πλάσμα που ακριβώς επειδή ήταν μωρό και ακριβώς επειδή εκείνος ήταν πια χαλαρός από υποχρεώσεις του είχε δώσει πίσω τη χαμένη του πίστη. Κι ήταν κάτι μέρες που το φως παίζει με τη θνητότητά μας και μας γλυκαίνει την ύπαρξη που ο ηλικιωμένος άνδρας παρατηρώντας το παιδί να παίζει με τη γιαγιά του φαντασίωνε πως ήταν πάλι νέος και πως είχε παντρευτεί εκείνη τη λουλουδάτη κοπέλα και πως αυτό ήταν το παιδί του έρωτά τους. Φαντασίωνε πως ο Θεός του είχε χαρίσει την ευτυχία όλη, όση ευτυχία δεν αξίζει ίσως σε ένα πλάσμα σαν τον άνθρωπο και του ανέβαιναν από την ψυχή τώρα πια τη ζώσα δάκρυα χαράς και μιας αγάπης τόσο βαθιάς για τα πάντα γύρω του.
Ίσως μια από αυτές τις στιγμές και να συνέβη το κακό. Ίσως ο άνδρας να ήταν σε μια παρόμοια ρέμβη βυθισμένος και να ένιωθε ότι για μια τέτοια ευτυχία αξίζει κανείς να θυσιαστεί. Το ζωηρό παιδί ξέφυγε από την εποπτεία της γιαγιάς και βγήκε στο δρόμο την ώρα ακριβώς που περνούσε μια νταλίκα γεμάτη αμνοερίφια. Η ζωή βλέπεις, συχνά υπερβαίνει και τον πιο λεπτολόγο σκηνοθέτη. Ο άνδρας που έπασχε πια από αστάθεια και οι κινήσεις του ήταν περιορισμένες και επώδυνες από το γήρας και την ασθένεια, επανήλθε στην πραγματικότητα από το θόρυβο των φρένων του οχήματος. Δίνοντας ένα σάλτο υπεράνθρωπο και αντλώντας ποιος ξέρει από ποιες άγνωστες δεξαμενές του είναι του όσο κουράγιο δεν είχε δείξει μια ολόκληρη ζωή, βρέθηκε μπροστά στις ρόδες του φορτηγού σπρώχνοντας το παιδί εκτός της πορείας της νταλίκας. Ακαριαία από τη σύγκρουση ο άνδρας εκτός από την τελευταία του πνοή άφησε και ένα χαμόγελο ευτυχίας που τον συνόδεψε μέχρι την τελευταία του κατοικία. Ο δειλός άντρας είχε χάσει όλες τις μάχες με το φόβο στη ζωή του για να κερδίσει τον πόλεμο στο θάνατό του.      

Εν αναμονή

Όποτε περνούσα από εκεί τον έβλεπα γερμένο πάνω από το τραπέζι της αυλής κάτι να γράφει, να μουτζουρώνει, στην αρχή δεν καταλάβαινα καλά. Το σπίτι του ήταν κάτι σαν παράπηγμα, δίπλα στα υπόλοιπα προσφυγικά της γειτονιάς, πάντα καθαρό αλλά εξαιρετικά λιτό. Αυτό μου έκανε ανέκαθεν εντύπωση. Ένας μεσήλικας με ψαρά μαλλιά να κάθεται στη μοναδική καρέκλα της αδειανής αυλής ούτε γλάστρα ούτε τίποτα και σε ένα αδειανό τραπέζι κάτι να γράφει. Κάθε μέρα το ίδιο. Κάπου κάπου σήκωνε το χέρι σα να σκούπιζε τον ιδρώτα του και μετά σα να χάιδευε τα μαλλιά του με τον άξεστο τρόπο μεγάλων ανδρών που έχουν συνηθίσει σε μια ζωή δύσκολη και τραχιά. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι άρρωστος ή συνταξιούχος.
Έπειτα με την κρίση πίστεψα ότι είναι άλλος ένας απελπισμένος άνεργος. Κάποια φεγγάρια έλεγα μήπως ήταν απλά ένας ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης που για να γράψει, ποιος ξέρει τι; Ήθελε ο χώρος να είναι εντελώς άδειος για να συγκεντρώνεται καλύτερα. Από την άλλη, λίγο οι κινήσεις του, λίγο η φυσιογνωμία του δεν με πολυέπειθαν ότι πρόκειται για λογοτέχνη. Ο λιτός χώρος και η συχνή παρατήρηση με είχαν πλέον πείσει ότι ο άνθρωπος δεν είχε οικογένεια. Δεν υπήρχε τίποτα που να μαρτυρά ότι εκεί έμεναν και άλλοι άνθρωποι. Ποτέ δεν είχε απλωμένα ρούχα (ενώ δεν είχε πίσω αυλή το είχα ερευνήσει από περιέργεια), δεν είχε άμμο για γάτα, αν και μερικές φορές οι γάτες της γειτονιάς γουργούριζαν στα πόδια του χωρίς αυτός να φαίνεται να διαδρά, δεν είχε ούτε ποδηλατάκι παιδιού ή έστω ένα δεύτερο ποτήρι στο τραπέζι. Δεν υπήρχε καν ένα ποτήρι που να φαίνεται ότι ο άνθρωπος έπινε καφέ. Τι παράξενο σκεφτόμουν. Όπως όμως με θρέφει το μυστήριο επί τούτου δεν είχα ρωτήσει ποτέ να μάθω ποιος ήταν αυτός ο παράξενος άνθρωπος. Ήθελα να ξετυλίξω μόνη μου το νήμα. Μια – δυο φορές τόλμησα να ψελλίσω ένα καλημέρα κάνοντας ένα νεύμα του κεφαλιού όσο πιο προσεκτικά μπορούσα για να μην γίνω ενοχλητική. Δεν πήρα καμία απόκριση, μόνο μια φορά το γκρίζο κεφάλι στράφηκε προς το μέρος μου με ένα βλέμμα αλλόκοτο, παθιασμένο και αγριωπό τόσο που δεν ξανατόλμησα να καλημερίσω άλλη φορά. Είχα πια καταλήξει στο μελοδραματικό συμπέρασμα ότι κάποτε είχε οικογένεια και την έχασε. Σε δυστύχημα; Τον παράτησε η γυναίκα και τα παιδιά του; Για να ξεχάσει από τη βαθιά του θλίψη ξεφορτώθηκε ό,τι μπορούσε να του το θυμίζει; Έκαψε τα αντικείμενα της κοινής ζωής και χάρισε τα παιχνίδια; Πέταξε μέχρι και τους βασιλικούς ή τα γιασεμιά που φρόντιζε η γυναίκα του άλλοτε από ζήλια και λύπη; Ποιος ξέρει; Πάντως κάθε μέρα ό,τι ώρα και να περνούσα από εκεί καθόταν σταυροπόδι στην καρέκλα κάνοντας το ίδιο πράγμα. Κουνούσε ενίοτε νευρικά το πόδι του και σκούπιζε το δήθεν ιδρώτα του. Ο σωματότυπος του άνδρα δεν παρέπεμπε σε κάποιον οκνηρό που απολαμβάνει το ραχάτι. Είχε πολύ αδύνατη φιγούρα σχεδόν κοκαλιάρικη. Οι κινήσεις του πρόδιδαν έναν άνθρωπο αρκετά νευρώδη που ενδεχομένως να κατανάλωνε τροφή και να μην ασκείτο αλλά που έκαιγε τις θερμίδες από την εσωτερική του ένταση και μόνο. Έτσι θα ήταν το σκαρί του. Μια άλλη φορά που ατένιζε το κενό κάμποση ώρα μέχρι να στρίψω  στη γωνία, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα είναι άρρωστος είτε ψυχικά είτε σωματικά πάντως ανίατα. Είναι πολύ αστείο αλλά αν κάποιος, ο οποιοσδήποτε παρακολουθούσε αυτόν τον άνθρωπο κάθε μέρα τόσο καιρό δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι υπάρχει κάποιος που τον παρατηρεί ανελλιπώς και με περισσό ενδιαφέρον. Σε οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο θα φαινόταν τόσο βαρετό το θέαμα και η όλη διαδικασία να παρακολουθείς με τόση ζέση έναν άνθρωπο που σαν στατική και άψυχη εικόνα κάνει κάθε μέρα το ίδιο ακριβώς στην ίδια θέση χειμώνα καλοκαίρι σε ένα χώρο που δεν μαρτυρά την παραμικρή αλλαγή. Κι όμως. Το συγκεκριμένο άτομο αποτελούσε για μένα το δέλεαρ για ένα μικρό περίπατο στην περιοχή και συχνά με έκανε από περιέργεια να αλλάξω τη διαδρομή μου. Μου φαινόταν απίστευτο να ζει κάποιος έτσι. Ακόμη και τα βράδια αργά που τύχαινε να περάσω από εκεί, έβλεπα ένα αχνό φως στο παράθυρο σαν κάποιος να έχει ανοιχτή την τηλεόραση. Ποτέ παρά την κατασκοπεία μου δεν κατάφερα να δω τι παρακολουθούσε ο άνδρας. Πριν κάποιες μέρες πέρασα από το μικρό σπίτι. Κανείς στην αυλή. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να χαμογελάσω πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος θα είχε βρει εκείνο το πρωινό κάποια ενασχόληση. Επιτέλους! Την επομένη πάλι κανείς. Την μεθεπομένη κανείς. Σκέφτηκα ότι μπορεί τελικά να βρήκε μια δουλειά και να εργάζεται τις ώρες που έτυχε να περάσω. Κάτι όμως απροσδιόριστο δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Ξαναπέρναγα και ξαναπέρναγα από το σπίτι του και ώρες άσχετες. Κανείς. Απόλυτο σκοτάδι. Υπήρχε μόνο το τραπέζι και η καρέκλα τακτοποιημένα τα δυο τους σε μια αδειανή αυλή η οποία φαινόταν ότι έχει να σκουπιστεί καιρό. Δεν χρειάστηκε να το ερευνήσω το θέμα περισσότερο καιρό. «Τα μάθατε τα νέα; Πέθανε ο Ανδρέας». Ποιος Ανδρέας; Λέω εγώ που δεν γνωρίζω παρά ελάχιστους στη νέα μου γειτονιά. «Α το φουκαρά. Μεγάλος τζογαδόρος. Ξόδεψε μια ζωή στο τζόγο. Στη αρχή ήταν ο ιππόδρομος. Μόλις έφυγε ο ιππόδρομος από την περιοχή, κόντευε να πεθάνει. Μετά άρχισε να παίζει λόττο. Όλη μέρα κάθε μέρα. Περίμενε να πιάσει την καλή. Ούτε γυναίκα ούτε παιδιά ούτε οικογένεια. Του είχε αφήσει μια μικρή σύνταξη η μάνα του και με αυτή την έβγαζε. Κάποια στιγμή μεγάλος έπιασε το λόττο. Σου λέει κέρδισε εκατομμύρια. Όλοι λέγαμε τυχερός ο Αντρίκος επιτέλους τα κατάφερε, χαλάλι τόσα δελτία, τόσα χρόνια. Θα πάρει άλλο σπίτι, θα ανοίξει κανένα μαγαζί. Μπαα! Χάρισε τα λεφτά στους γειτόνους και σε ιδρύματα. Δεν κράτησε τίποτα για κείνον. Ούτε για τα γεράματά του ούτε τίποτα. Και άρχιζε πάλι να παίζει μανιωδώς. Δεν είχε άλλο νόημα η ζωή του του δόλιου. Μια ζωή αυτό έμαθε να κάνει, αυτό έκανε. Τώρα στα πίσω –πίσω θα άλλαζε; Ξόδεψε όλο του το βιος. Ξόδεψε τη ζωή του περιμένοντας την τύχη. Και όταν η τύχη του χτύπησε την πόρτα είχε ξεμάθει πια τι να την κάνει… Τον ρώταγες τι κάνεις Αντρέα; Την πουτάνα την τύχη ψάχνω, θα την πιάσω δεν θα την πιάσω. Κι όταν σου λέει είχε κερδίσει τα λεφτά είχε κάτσει ώρες μπροστά στο δελτίο και το κοίταγε ανέκφραστος. Τι να πεις; Άρρωστος άνθρωπος με τον τζόγο, μίζερος και μονόχνωτος μια ζωή. Τι να την κάνεις την τύχη όταν έχεις επιλέξει τη δυστυχία; Θεός σχωρέστον». Έμεινα στήλη άλατος. Ο άνθρωπος που παρακολουθούσα επί μακρόν και μου είχε κινήσει τόσο το ενδιαφέρον ήταν ένας τζογαδόρος. Δεν ήταν κοινός τζογαδόρος αυτό είναι βέβαιο. Μήπως όμως δεν ήταν παρά ο κοινός τζογαδόρος που ζει και αναπνέει μόνο για τη στιγμή μιας κλήρωσης ή της αδρεναλίνης που εκκρίνεται την ώρα του παιχνιδιού; Με τη δωρεά που έκανε βέβαια του έμεινε η ρετσινιά του φιλάνθρωπου αυτού που από όσα έμαθα δεν έλεγε ποτέ σε κανέναν ούτε καλημέρα. Εξακολουθώ να περνάω από το σπίτι του Ανδρέα. Τώρα μένει εκεί μια οικογένεια προσφύγων. Η αυλή είναι γεμάτη γλάστρες, παιδικά παιχνίδια και μαντίλες απλωμένες μαζί με πολύχρωμα καφτάνια. Η ζωή επέστρεψε σκέφτηκα και χαμογέλασα σε ένα παιδάκι που μόλις είδε ότι ήμουν φιλική μίλησε στην άγνωστη γλώσσα του κουνώντας τα βρώμικα χεράκια του. Πριν στρίψω στη γωνία όμως σα να πήρε το μάτι μου σε μια γωνιά της αυλής τον Αντρέα σκυμμένο στο τραπεζάκι του. Τώρα δεν έχει λόγο να περιμένει την τύχη αλλά ποιος ξέρει; Ίσως να περιμένει τη Δευτέρα Παρουσία.

Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

Το παγκάκι μου


Έχω ένα παγκάκι αγαπημένο. Είναι σε ένα παρκάκι στη γειτονιά του πατρικού μου σπιτιού, δίπλα σε ένα περίπτερο από όπου παίρναμε τσιγάρα πριν τις νεανικές μας συναντήσεις, πίσω από μια στάση από όπου πήρα τα πρώτα μου λεωφορεία για το πανεπιστήμιο, για την πρώτη μου δουλειά, μπροστά από ένα σινεμά που τώρα έχει κλείσει όπου είδα την πρώτη μου ταινια με τον πατέρα μου όταν ήμουν δέκα χρονών με ένα παιδάκι που χάνεται στη ζούγκλα με έναν ετοιμοθάνατο ο οποίος προσπαθεί να του μάθει να επιβιώνει μόνο του. Είναι ένα παγκάκι όπου καθόμουν σκαστή από τους γονείς μου με το μεγάλο μου έρωτα. Εκεί φλερτάραμε με ποίηση, ανταλλάσσαμε ερωτικά λόγια σε χαρτάκια από πακέτα τσιγάρων, φιλιά, καβγαδάκια λόγω ζήλιας. Εκεί ήπιαμε τις πρώτες μας μπύρες. Ίσως και να σκάλισα τα αρχικά μας μηχανικά κάποτε στο ξύλο του. Δεν θυμάμαι. Τα παντοτινά τα φοβόμουν ανέκαθεν. Θα σ’ αγαπώ για πάντα, θα είμαστε μαζί για πάντα. Δεν τα έπιανα ποτέ στο στόμα μου από δέος και σεβασμό στην αντοχή όλων όσων διαρκούν πολύ. Κι εκείνα σαν συνένοχα με άφησαν στην ησυχία μου. Τα παντοτινά λοιπόν ανέκαθεν τα φοβόμουν γιατί είναι αναντίρρητα τα πιο επικίνδυνα. Βλέπεις δεν χαράσσονται απλώς σε ένα παγκάκι. Χαράζουν εσένα τον ίδιο. Το παγκάκι λοιπόν αυτό κάτω από τα δέντρα του πάρκου από πράσινο που ήταν έχει γίνει λευκό από τις κουτσουλιές. Είναι όμως πολύ συμπονετικό το παγκάκι μου. Επιτελεί έργο σημαντικότερο από το να φιλοξενεί ερωτευμένα ζευγαράκια. Έχει πάρει προαγωγή στον τομέα της φιλοξενίας. Στο παγκάκι μου πια κοιμούνται άστεγοι. Πριν γείρουν να κοιμηθούν οι άστεγοι στρώνουν μια νάιλον σακούλα με τα αποκτήματα της μέρας από τα σκουπίδια ή τους φιλεύσπλαχνους περίοικους για να φάνε. Απλώνουν τα ρούχα που πλένουν στη διπλανή βρυσούλα στο παγκάκι για να στεγνώσουν. Και το πρωί όταν η βουή της πόλης και οι κουτσουλιές δε αφήνουν πολλά περιθώρια για ύπνο, το παρκάκι γεμίζει από άστεγους, άνεργους παλινοστούντες και αλλοδαπούς που παίζουν πρέφα, κάνουν αγώνες στο σκάκι, τότε το παγκάκι γίνεται το άρμα τους που πολεμούν στρατούς ολάκερους. Τα στρατιωτάκια, ο πύργος, οι ίπποι κι οι τρελλοί μάχονται αδυσώπητα την ιδέα των τραπεζιτών που λυμαίνονται το αύριο, του ΔΝΤ που μας απομυζά, των διεφθαρμένων κυβερνήσεων, της ουράς στον ΟΑΕΔ, της πρέζας, των καταναγκασμένων ιεροδούλων, των ανασφάλιστων παιδιών, των άπορων καρκινοπαθών, του ωχαδελφισμού μας. Και οι μάχες αυτές εκτονώνουν τόσους θυμωμένους ανθρώπους που ο θυμός τους μάλλον θα κατέληγε στις γυναίκες και τα παιδιά τους ή σε κάνενα τυχόντα που θα εισέπραττε καμιά αδέσποτη. Το παγκάκι μου ξέρει να απορροφά τους κραδασμούς αυτού του θυμού, του πόνου, της μιζέριας και να αναδίδει τη μυρωδιά του μαζί που σκεπάζει τη μυρωδιά από κάτουρο, ιδρώτα και φτηνό αλκοόλ. Γιατί μαζί κάθονται οι κώλοι στο παγκάκι αυτό. Σήμερα είναι ο δικός τους, αύριο ο δικός σου, μεθαύριο ο δικός μου. Οι κώλοι αυτοί που κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα όμως δεν το καίνε το παγκάκι μου. Το ξύλο του ξέρει από τραχείς ανθρώπους. Γιατί η κακουχία γεννάει τραχύτητα. Η κακουχία γεννά αγρίμια. Η κακουχία γεννά βία. Αυτά όλα το παγκάκι μου τα μεταμορφώνει σε τρυφερότητα, σε στοργή. Φαίνεται θα έχουν καθίσει πολλοί ερωτευμένοι που απήγγειλαν ποιητικά ερωτόλογα και του έχουν αφήσει κληρονομιά. Έχει αποθηκεύσει φαίνεται πολλή αγάπη και πολλή ποίηση. Ποτέ δεν πάνε χαμένα αυτά. Πάντα όλο και κάπου θα χρειαστούν. Το παγκάκι μου ξέρει από ποίηση. Και γι’ αυτό είναι γενναιόδωρο. Και το παγκάκι μου δίνει σκιά, δίνει καταφύγιο, δίνει ξεκούραση, δίνει εναύσματα για κουβέντα, για καβγά, για επικοινωνία, για εξομολόγηση, δίνει το παράδειγμα του τι σημαίνει άνθρωπος και πώς γίνεται καλύτερος. Είμαι περήφανη για το παγκάκι μου. Γιατί δεν ‘πα να είναι φθαρμένο, χαραγμένο, άβαφο, βρώμικο, κουτσουλημένο και να κάνει ύποπτες συναναστροφές, έχει αγάπη και τη μοιράζει απλόχερα. Γιατί το παγκάκι μου δεν είναι από ξύλο. Είναι φτιαγμένο με μνήμες. Δικές μου, δικές σου, μνήμες αυτής της γειτονιάς, αυτού του τόπου που ξέρει τι θα πει φτώχεια, τι θα πει ξεριζωμός, τι θα πει πόνος, τι θα πει νοσταλγία, τι θα πει αλληλεγγύη, τι θα πει συμπόνοια, τι θα πει φιλοξενία, τι θα πει ευαισθησία, τι θα πει ποίηση. Το παγκάκι μου είναι παράδειγμα προς μίμηση. Το παγκάκι μου τελικά είναι ποιητής το ίδιο.     

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2009

Θετική σκέψη

Είμαι το λοξό βλέμμα μιας έφηβης.
Όχι η γυναίκα.
Το βρόχινο νερό που κυλάει πάνω σε ένα αρχαϊκό αριστούργημα.
Όχι το κάλλος.
Η σκουριά μιας άγκυρας.
Όχι το καράβι.
Η πίκρα μιας ερωτικής απογοήτευσης.
Όχι ο ερωτευμένος.
Πρόχειρα σχεδιάσματα ενός ποιητή.
Όχι το ποίημα.
Το όξινο άρωμα ενός εσπεριδοειδούς.
Όχι η γεύση.
Η πολυκαιρισμένη κιτρινίλα λευκών σελίδων.
Όχι το μυθιστόρημα.
Το στίγμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Όχι η ανάμνηση.
Η βεβιασμένη κατάφαση μετά από βασανιστήρια.
Όχι το όχι.

Δεν θα μπορούσα να είμαι ούτε καν μια γενναία σιωπή.

Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2009

Old-fashioned

Εκείνο το απόγευμα είπα να καθίσω λίγο να χαζέψω μαζί της. Ποιος ξέρει τι ιστορίες πάλι θα μου έλεγε, πόσο θα με παρέσυρε σε άλλους κόσμους, πόσο θα γούρλωνα τα μάτια από την έκπληξη ή πόσο θα ξεχείλωνα το στόμα από τα χασμουρητά. Δεν θα ξεχάσω πόσες φορές με είχε κανακέψει, με είχε χαλαρώσει, με είχε ξενυχτήσει κάνοντάς με να ονειρευτώ, να συγκινηθώ, να ξεχαστώ ή και να εκνευριστώ, να θυμώσω, να ψυχοπλακωθώ… Το καρυδί της χρώμα, όποτε είχα στενοχώριες κάπως με ηρεμούσε. Είχε γεράσει βέβαια πια. Δε σου τα έδειχνε πια όλα, μόνο τα μισά, τα χρώματά της είχαν ατονήσει. Που η παλιά ζωντάνια, η ένταση… Την είχα δει για πρώτη φορά όταν ήμουν παιδί κι από τότε δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Σαν μια στοργική γιαγιά μου έλεγε ιστορίες άλλοτε αληθινές και εμψυχωτικές, άλλοτε αποτρόπαιες, παραμύθια άλλοτε πολύτιμα σαν θησαυρούς άλλοτε καταστροφικά σα ναρκωτικά. Μεγάλωσα μαζί της. Και τώρα που γέρασε να την πετάξω στον δρόμο; Να την αφήσω έτσι απλά να στέκεται σαν έπιπλο άψυχο του σπιτιού σε κάποια γωνία στο γραφείο ή στο σαλόνι; Η κατάσταση είχε όμως πια φτάσει στο απροχώρητο. Δεν μπορούσες να παρακολουθήσεις τίποτα από αυτά που έλεγε. Έπιανες μόνο κάτι ασυνάρτητες εικόνες, με αχνά μπερδεμένα χρώματα, οι φράσεις λειψές κι αυτές, με αποκορύφωμα μια ολόμαυρη κορδέλα τεράστια. Ανάλογα με τη διάθεσή μου, κάποτε την έβλεπα σαν πειρατή, κάποτε σαν απεργό πείνας, άλλοτε πάλι σαν γυναίκα βαρυπενθούσα ή σαν εύθυμη χήρα που με περιγελά μα τέλος πάντων διαρκώς δυσλειτουργική και φανερά κουρασμένη. Όσο για την εμφάνισή της, ρετρό, με μια παλιομοδίτικη μουσειακή σχεδόν επένδυση. Οι φίλοι όλοι με κορόιδευαν. Τι την έχεις και την κρατάς; Έχει κλατάρει πια δεν το βλέπεις; Είναι άχρηστη και σου είναι βάρος. Κι όμως μερικά δειλινά, λες και την άκουγα να αγκομαχεί και να βαριανασαίνει. Βαριά, πληθωρική όπως πάντα αλλά με μειωμένες λειτουργίες. Γήρας ου γαρ έρχεται μόνο. Δεν πετάς όμως έτσι εύκολα την ιστορία σου. Φθάρηκε πια το σκαρί της αλλά όχι από μόνο του, από την πολλή χρήση, τη δική μου. Μου έκανε παρέα, απάλαινε τον πόνο μου όταν ήμουν άρρωστη, μελαγχολική, θυμήθηκα πόσα και πόσα βράδια με τηγανιτές πατάτες, με φίλους, με χαρτομάντιλα και με ένρινα χάχανα πέρασα μαζί της. Τρία σπίτια άλλαξα και με ακολούθησε σε όλα. Θυμάμαι τη χαρά μου όταν ο πατέρας την είχε φέρει από μια χώρα μακρινή τότε που ταξίδεψε. Ήταν το δώρο μου για την πολύμηνη απουσία του στο εξωτερικό. Αργότερα, ήταν η γλυκιά μου ανταμοιβή όταν τελείωνα τα μαθήματά μου, η ξεκούρασή μου σε δύσκολες αγχογόνες εξετάσεις, σε ερωτικές απογοητεύσεις, σε αρρώστιες που με καθήλωναν στο σπίτι, σε εμμονικές αναμονές, το καταφύγιο σε θορυβώδεις καβγάδες, το συγχωροχάρτι σε ανελέητες ενοχές, το βάλσαμο σε στιγμές εκκωφαντικής σιωπής και επιβεβλημένης υπομονής. Ή σε στιγμές ανέμελες, σε θεσμικά ιστορικά στιγμιότυπα της Eurovision, των Καλλιστείων, των εκλογών, πανευρωπαϊκών αθλητικών διακρίσεων της χώρας, στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε ντέρμπυ χουλιγκανικά, σε πυρκαγιές που έκαιγαν τη χώρα, σε σεισμούς και καταποντισμούς, σε εκρηκτικές διαδηλώσεις, σε πολέμους αληθινούς ή κατασκευασμένους. Μεγαλώσαμε μαζί. Μελαγχολήσαμε μαζί. Ζήσαμε μαζί. Εκείνο το απόγευμα, είχα πραγματικά διχαστεί. Να την πετάξω, να πάει στο καλό; Ούτως ή άλλως σε ένα δυο χρόνια θα μου είναι άχρηστη με τη νέα ψηφιακή τεχνολογία. Από την άλλη, αυτός ο πολιτισμός που έχει διαπρέψει στην υπερκατανάλωση και στη δημιουργία απορριμάτων κάνει τα υπερκινητικά μου έντερα να γυρίζουν ολοένα και περισσότερο. Όλοι πια είμαστε αναλώσιμοι. Ουδείς αναντικατάστατος. Και πάει λέγοντας. Η ιδιοσυγκρασία μου και η μούσα της Μνημοσύνης με νουθέτησαν ευτυχώς. Παρά την κατακραυγή του περίγυρου, τις επιταγές του φενγκ σούι που επιβάλλει ενέργεια από καινούργια αντικείμενα, την αισθητική αστυνομία που θα ενοχοποιούσε πάραυτα το καθιστικό μου, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Τη φόρτωσα σε ένα αναπηρικό καροτσάκι και την πήγα στο γιατρό. Εκείνος άφησε ένα μειδίαμα. Θα είχε συναντήσει κι άλλους παλιομοδίτες. «Θα με ταλαιπωρήσει λίγο αλλά θα δω τι μπορώ να κάνω». «Δεν θέλω να την αποχωριστώ, έχει μεγάλη συναισθηματική αξία, καταλαβαίνετε»; ρώτησα εναγωνίως. «Θα βάλω τα δυνατά μου» με καθησύχασε. Σήμερα, βγήκε από το νοσοκομείο. Είναι αγνώριστη! Δεν έχει βέβαια το ίδιο σφρίγος και την ίδια ζωντάνια στα χρώματα. Είναι γιαγιούλα, δεν περιμένω και θαύματα. Το ραδιόφωνο παίζει το “ancora vivo” και είναι σα να το τραγουδάει εκείνη. Γελάω πονηρά κάτω από τα μουστάκια μου. Έφτιαξα ποπ κορν, κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ κι απόλαυσα το μεταλλικό ήχο από το άνοιγμα μιας μπίρας. Πάτησα το κουμπί στο τηλεκοντρόλ. Γρήγορα αντανακλαστικά, ευκρινής εικόνα απλώς πιο θαμπή σαν τα μαλλιά μου μετά τις τόσες βαφές. Πετυχαίνω ταινία εποχής απ’ τις αγαπημένες μου. Της κλείνω συνομωτικά το μάτι. Απόψε θα το κάψουμε!

Παρασκευή, Ιουλίου 25, 2008

Δειλινοφύλακας

Είμαι στο υπόγειο.
Κυριολεκτώ.
Με τέτοιες λέξεις δεν κάνουνε αστεία
Δεν περνάω ασκόπως τον καιρό μου
Εργάζομαι σε μια πολύ σπουδαία θέση!
Είμαι δειλινοφύλακας!
Που και που, απομακρύνομαι από το πόστο μου
Ανάβω ένα τσιγάρο
Να τώρα ας πούμε, η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή
ξέρετε, βγάζει στον ακάλυπτο
Μπαίνει που και που ένας άνεμος
Κουρασμένος και κίτρινος
Απ’ τους πολλούς καφέδες
Μπαίνει που και που και κανένα πουλί
Που ψάχνει την κλίση του
Όταν βηματίζω πάνω κάτω πάνω κάτω
Μπροστά μου υψώνεται το κλιμακοστάσιο
Μου θυμίζει τον πύργο της Βαβέλ
ακολουθώ με τα μάτια τον καπνό που στροβιλίζεται
σαν δερβίσης προς τα επάνω.
Τώρα ένα παιδί στο ισόγειο κρατά ένα μπαλόνι
Ρίχνει το κορδόνι να με γαργαλήσει.
Ή μήπως να με τραβήξει ψηλά;
Είναι παράξενο πως τα παιδιά διδάσκουν ότι
δεν είναι πάντα απαραίτητη η γλώσσα
Μου πάει που είμαι δειλινοφύλακας, δεν λέω...
Αλλά και πάλι σάμπως φυλάω και τίποτα σπουδαίο;
Αξία έχουν τα σπάνια
Σαν τα ξέφραγα αμπέλια...
Αστραπιαίο πέρασμα από τον καθρέφτη
Το άσπρο μου πουκάμισο
Σα φτερούγισμα
ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...
Σε λίγο τελειώνει η βάρδια
ακούω το πλήθος σα μελίσσι να απομακρύνεται
Ξάφνικα οι θόρυβοι κι οι ήχοι κοπάζουν εντελώς
Ερήμωσε το εμπορικό κέντρο
Λες κι ερήμωσε όλη η πόλη
Σκοτάδι.
Επιτέλους σχολάω.
Τραβάω απαλά την πόρτα
Δεν είναι από φόβο
Η νύχτα πρέπει να μένει ανενόχλητη!
θα μου πείτε αυτό είναι επικίνδυνο.
Ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασαλεύσει την τάξη!
Κι εμένα τι με νοιάζει;
Εγώ δεν είμαι παρά απλός δειλινοφύλακας
ας αναλάβουν άλλοι
εραστές Πανάρχαιων μυστικών
Βραδινών παθών,
μύχιοι πόθοι,
κρυμμένα ποιήματα στο συρτάρι
νότες με στιλέτα
η φαντασία με τα φτερά της Σαμοθράκης,
οι απανταχού χαλινομάχοι
γητευτές,
απάτριδες,
η Αδυναμία στο 1+1=3
μεθυσμένοι
άσωτοι
μάγοι
τσαρλατάνοι
ονειροπόλοι....
Κλειδώνω την πόρτα και φεύγω
Ενεργοποιώ το συναγερμό.
1,2,3,....
Άλλωστε,
4,5,6,7...
όταν τελειώσει η δουλειά μου
8,9,10,11,...
βιάζομαι γιατί
12,13,14,...
δεν ξέρω αν σας το 'πα...
15,16,....
μόλις νυχτώσει
17,...
είμαι αυτή
18,19,..
που τα φυλάει...
..20!
Φτου και βγαίνω!