Είμαι το λοξό βλέμμα μιας έφηβης.
Όχι η γυναίκα.
Το βρόχινο νερό που κυλάει πάνω σε ένα αρχαϊκό αριστούργημα.
Όχι το κάλλος.
Η σκουριά μιας άγκυρας.
Όχι το καράβι.
Η πίκρα μιας ερωτικής απογοήτευσης.
Όχι ο ερωτευμένος.
Πρόχειρα σχεδιάσματα ενός ποιητή.
Όχι το ποίημα.
Το όξινο άρωμα ενός εσπεριδοειδούς.
Όχι η γεύση.
Η πολυκαιρισμένη κιτρινίλα λευκών σελίδων.
Όχι το μυθιστόρημα.
Το στίγμα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Όχι η ανάμνηση.
Η βεβιασμένη κατάφαση μετά από βασανιστήρια.
Όχι το όχι.
Δεν θα μπορούσα να είμαι ούτε καν μια γενναία σιωπή.
Κυριακή, Σεπτέμβριος 27, 2009
Πέμπτη, Αύγουστος 13, 2009
Old-fashioned
Εκείνο το απόγευμα είπα να καθίσω λίγο να χαζέψω μαζί της. Ποιος ξέρει τι ιστορίες πάλι θα μου έλεγε, πόσο θα με παρέσυρε σε άλλους κόσμους, πόσο θα γούρλωνα τα μάτια από την έκπληξη ή πόσο θα ξεχείλωνα το στόμα από τα χασμουρητά. Δεν θα ξεχάσω πόσες φορές με είχε κανακέψει, με είχε χαλαρώσει, με είχε ξενυχτήσει κάνοντάς με να ονειρευτώ, να συγκινηθώ, να ξεχαστώ ή και να εκνευριστώ, να θυμώσω, να ψυχοπλακωθώ… Το καρυδί της χρώμα, όποτε είχα στενοχώριες κάπως με ηρεμούσε. Είχε γεράσει βέβαια πια. Δε σου τα έδειχνε πια όλα, μόνο τα μισά, τα χρώματά της είχαν ατονήσει. Που η παλιά ζωντάνια, η ένταση… Την είχα δει για πρώτη φορά όταν ήμουν παιδί κι από τότε δεν την αποχωρίστηκα ποτέ. Σαν μια στοργική γιαγιά μου έλεγε ιστορίες άλλοτε αληθινές και εμψυχωτικές, άλλοτε αποτρόπαιες, παραμύθια άλλοτε πολύτιμα σαν θησαυρούς άλλοτε καταστροφικά σα ναρκωτικά. Μεγάλωσα μαζί της. Και τώρα που γέρασε να την πετάξω στον δρόμο; Να την αφήσω έτσι απλά να στέκεται σαν έπιπλο άψυχο του σπιτιού σε κάποια γωνία στο γραφείο ή στο σαλόνι; Η κατάσταση είχε όμως πια φτάσει στο απροχώρητο. Δεν μπορούσες να παρακολουθήσεις τίποτα από αυτά που έλεγε. Έπιανες μόνο κάτι ασυνάρτητες εικόνες, με αχνά μπερδεμένα χρώματα, οι φράσεις λειψές κι αυτές, με αποκορύφωμα μια ολόμαυρη κορδέλα τεράστια. Ανάλογα με τη διάθεσή μου, κάποτε την έβλεπα σαν πειρατή, κάποτε σαν απεργό πείνας, άλλοτε πάλι σαν γυναίκα βαρυπενθούσα ή σαν εύθυμη χήρα που με περιγελά μα τέλος πάντων διαρκώς δυσλειτουργική και φανερά κουρασμένη. Όσο για την εμφάνισή της, ρετρό, με μια παλιομοδίτικη μουσειακή σχεδόν επένδυση. Οι φίλοι όλοι με κορόιδευαν. Τι την έχεις και την κρατάς; Έχει κλατάρει πια δεν το βλέπεις; Είναι άχρηστη και σου είναι βάρος. Κι όμως μερικά δειλινά, λες και την άκουγα να αγκομαχεί και να βαριανασαίνει. Βαριά, πληθωρική όπως πάντα αλλά με μειωμένες λειτουργίες. Γήρας ου γαρ έρχεται μόνο. Δεν πετάς όμως έτσι εύκολα την ιστορία σου. Φθάρηκε πια το σκαρί της αλλά όχι από μόνο του, από την πολλή χρήση, τη δική μου. Μου έκανε παρέα, απάλαινε τον πόνο μου όταν ήμουν άρρωστη, μελαγχολική, θυμήθηκα πόσα και πόσα βράδια με τηγανιτές πατάτες, με φίλους, με χαρτομάντιλα και με ένρινα χάχανα πέρασα μαζί της. Τρία σπίτια άλλαξα και με ακολούθησε σε όλα. Θυμάμαι τη χαρά μου όταν ο πατέρας την είχε φέρει από μια χώρα μακρινή τότε που ταξίδεψε. Ήταν το δώρο μου για την πολύμηνη απουσία του στο εξωτερικό. Αργότερα, ήταν η γλυκιά μου ανταμοιβή όταν τελείωνα τα μαθήματά μου, η ξεκούρασή μου σε δύσκολες αγχογόνες εξετάσεις, σε ερωτικές απογοητεύσεις, σε αρρώστιες που με καθήλωναν στο σπίτι, σε εμμονικές αναμονές, το καταφύγιο σε θορυβώδεις καβγάδες, το συγχωροχάρτι σε ανελέητες ενοχές, το βάλσαμο σε στιγμές εκκωφαντικής σιωπής και επιβεβλημένης υπομονής. Ή σε στιγμές ανέμελες, σε θεσμικά ιστορικά στιγμιότυπα της Eurovision, των Καλλιστείων, των εκλογών, πανευρωπαϊκών αθλητικών διακρίσεων της χώρας, στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σε ντέρμπυ χουλιγκανικά, σε πυρκαγιές που έκαιγαν τη χώρα, σε σεισμούς και καταποντισμούς, σε εκρηκτικές διαδηλώσεις, σε πολέμους αληθινούς ή κατασκευασμένους. Μεγαλώσαμε μαζί. Μελαγχολήσαμε μαζί. Ζήσαμε μαζί. Εκείνο το απόγευμα, είχα πραγματικά διχαστεί. Να την πετάξω, να πάει στο καλό; Ούτως ή άλλως σε ένα δυο χρόνια θα μου είναι άχρηστη με τη νέα ψηφιακή τεχνολογία. Από την άλλη, αυτός ο πολιτισμός που έχει διαπρέψει στην υπερκατανάλωση και στη δημιουργία απορριμάτων κάνει τα υπερκινητικά μου έντερα να γυρίζουν ολοένα και περισσότερο. Όλοι πια είμαστε αναλώσιμοι. Ουδείς αναντικατάστατος. Και πάει λέγοντας. Η ιδιοσυγκρασία μου και η μούσα της Μνημοσύνης με νουθέτησαν ευτυχώς. Παρά την κατακραυγή του περίγυρου, τις επιταγές του φενγκ σούι που επιβάλλει ενέργεια από καινούργια αντικείμενα, την αισθητική αστυνομία που θα ενοχοποιούσε πάραυτα το καθιστικό μου, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Τη φόρτωσα σε ένα αναπηρικό καροτσάκι και την πήγα στο γιατρό. Εκείνος άφησε ένα μειδίαμα. Θα είχε συναντήσει κι άλλους παλιομοδίτες. «Θα με ταλαιπωρήσει λίγο αλλά θα δω τι μπορώ να κάνω». «Δεν θέλω να την αποχωριστώ, έχει μεγάλη συναισθηματική αξία, καταλαβαίνετε»; ρώτησα εναγωνίως. «Θα βάλω τα δυνατά μου» με καθησύχασε. Σήμερα, βγήκε από το νοσοκομείο. Είναι αγνώριστη! Δεν έχει βέβαια το ίδιο σφρίγος και την ίδια ζωντάνια στα χρώματα. Είναι γιαγιούλα, δεν περιμένω και θαύματα. Το ραδιόφωνο παίζει το “ancora vivo” και είναι σα να το τραγουδάει εκείνη. Γελάω πονηρά κάτω από τα μουστάκια μου. Έφτιαξα ποπ κορν, κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ κι απόλαυσα το μεταλλικό ήχο από το άνοιγμα μιας μπίρας. Πάτησα το κουμπί στο τηλεκοντρόλ. Γρήγορα αντανακλαστικά, ευκρινής εικόνα απλώς πιο θαμπή σαν τα μαλλιά μου μετά τις τόσες βαφές. Πετυχαίνω ταινία εποχής απ’ τις αγαπημένες μου. Της κλείνω συνομωτικά το μάτι. Απόψε θα το κάψουμε!
Παρασκευή, Ιούλιος 25, 2008
Δειλινοφύλακας
Είμαι στο υπόγειο.
Κυριολεκτώ.
Με τέτοιες λέξεις δεν κάνουνε αστεία
Δεν περνάω ασκόπως τον καιρό μου
Εργάζομαι σε μια πολύ σπουδαία θέση!
Είμαι δειλινοφύλακας!
Που και που, απομακρύνομαι από το πόστο μου
Ανάβω ένα τσιγάρο
Να τώρα ας πούμε, η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή
ξέρετε, βγάζει στον ακάλυπτο
Μπαίνει που και που ένας άνεμος
Κουρασμένος και κίτρινος
Απ’ τους πολλούς καφέδες
Μπαίνει που και που και κανένα πουλί
Που ψάχνει την κλίση του
Όταν βηματίζω πάνω κάτω πάνω κάτω
Μπροστά μου υψώνεται το κλιμακοστάσιο
Μου θυμίζει τον πύργο της Βαβέλ
ακολουθώ με τα μάτια τον καπνό που στροβιλίζεται
σαν δερβίσης προς τα επάνω.
Τώρα ένα παιδί στο ισόγειο κρατά ένα μπαλόνι
Ρίχνει το κορδόνι να με γαργαλήσει.
Ή μήπως να με τραβήξει ψηλά;
Είναι παράξενο πως τα παιδιά διδάσκουν ότι
δεν είναι πάντα απαραίτητη η γλώσσα
Μου πάει που είμαι δειλινοφύλακας, δεν λέω...
Αλλά και πάλι σάμπως φυλάω και τίποτα σπουδαίο;
Αξία έχουν τα σπάνια
Σαν τα ξέφραγα αμπέλια...
Αστραπιαίο πέρασμα από τον καθρέφτη
Το άσπρο μου πουκάμισο
Σα φτερούγισμα
ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...
Σε λίγο τελειώνει η βάρδια
ακούω το πλήθος σα μελίσσι να απομακρύνεται
Ξάφνικα οι θόρυβοι κι οι ήχοι κοπάζουν εντελώς
Ερήμωσε το εμπορικό κέντρο
Λες κι ερήμωσε όλη η πόλη
Σκοτάδι.
Επιτέλους σχολάω.
Τραβάω απαλά την πόρτα
Δεν είναι από φόβο
Η νύχτα πρέπει να μένει ανενόχλητη!
θα μου πείτε αυτό είναι επικίνδυνο.
Ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασαλεύσει την τάξη!
Κι εμένα τι με νοιάζει;
Εγώ δεν είμαι παρά απλός δειλινοφύλακας
ας αναλάβουν άλλοι
εραστές Πανάρχαιων μυστικών
Βραδινών παθών,
μύχιοι πόθοι,
κρυμμένα ποιήματα στο συρτάρι
νότες με στιλέτα
η φαντασία με τα φτερά της Σαμοθράκης,
οι απανταχού χαλινομάχοι
γητευτές,
απάτριδες,
η Αδυναμία στο 1+1=3
μεθυσμένοι
άσωτοι
μάγοι
τσαρλατάνοι
ονειροπόλοι....
Κλειδώνω την πόρτα και φεύγω
Ενεργοποιώ το συναγερμό.
1,2,3,....
Άλλωστε,
4,5,6,7...
όταν τελειώσει η δουλειά μου
8,9,10,11,...
βιάζομαι γιατί
12,13,14,...
δεν ξέρω αν σας το 'πα...
15,16,....
μόλις νυχτώσει
17,...
είμαι αυτή
18,19,..
που τα φυλάει...
..20!
Φτου και βγαίνω!
Κυριολεκτώ.
Με τέτοιες λέξεις δεν κάνουνε αστεία
Δεν περνάω ασκόπως τον καιρό μου
Εργάζομαι σε μια πολύ σπουδαία θέση!
Είμαι δειλινοφύλακας!
Που και που, απομακρύνομαι από το πόστο μου
Ανάβω ένα τσιγάρο
Να τώρα ας πούμε, η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή
ξέρετε, βγάζει στον ακάλυπτο
Μπαίνει που και που ένας άνεμος
Κουρασμένος και κίτρινος
Απ’ τους πολλούς καφέδες
Μπαίνει που και που και κανένα πουλί
Που ψάχνει την κλίση του
Όταν βηματίζω πάνω κάτω πάνω κάτω
Μπροστά μου υψώνεται το κλιμακοστάσιο
Μου θυμίζει τον πύργο της Βαβέλ
ακολουθώ με τα μάτια τον καπνό που στροβιλίζεται
σαν δερβίσης προς τα επάνω.
Τώρα ένα παιδί στο ισόγειο κρατά ένα μπαλόνι
Ρίχνει το κορδόνι να με γαργαλήσει.
Ή μήπως να με τραβήξει ψηλά;
Είναι παράξενο πως τα παιδιά διδάσκουν ότι
δεν είναι πάντα απαραίτητη η γλώσσα
Μου πάει που είμαι δειλινοφύλακας, δεν λέω...
Αλλά και πάλι σάμπως φυλάω και τίποτα σπουδαίο;
Αξία έχουν τα σπάνια
Σαν τα ξέφραγα αμπέλια...
Αστραπιαίο πέρασμα από τον καθρέφτη
Το άσπρο μου πουκάμισο
Σα φτερούγισμα
ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται...
Σε λίγο τελειώνει η βάρδια
ακούω το πλήθος σα μελίσσι να απομακρύνεται
Ξάφνικα οι θόρυβοι κι οι ήχοι κοπάζουν εντελώς
Ερήμωσε το εμπορικό κέντρο
Λες κι ερήμωσε όλη η πόλη
Σκοτάδι.
Επιτέλους σχολάω.
Τραβάω απαλά την πόρτα
Δεν είναι από φόβο
Η νύχτα πρέπει να μένει ανενόχλητη!
θα μου πείτε αυτό είναι επικίνδυνο.
Ο οποιοσδήποτε μπορεί να διασαλεύσει την τάξη!
Κι εμένα τι με νοιάζει;
Εγώ δεν είμαι παρά απλός δειλινοφύλακας
ας αναλάβουν άλλοι
εραστές Πανάρχαιων μυστικών
Βραδινών παθών,
μύχιοι πόθοι,
κρυμμένα ποιήματα στο συρτάρι
νότες με στιλέτα
η φαντασία με τα φτερά της Σαμοθράκης,
οι απανταχού χαλινομάχοι
γητευτές,
απάτριδες,
η Αδυναμία στο 1+1=3
μεθυσμένοι
άσωτοι
μάγοι
τσαρλατάνοι
ονειροπόλοι....
Κλειδώνω την πόρτα και φεύγω
Ενεργοποιώ το συναγερμό.
1,2,3,....
Άλλωστε,
4,5,6,7...
όταν τελειώσει η δουλειά μου
8,9,10,11,...
βιάζομαι γιατί
12,13,14,...
δεν ξέρω αν σας το 'πα...
15,16,....
μόλις νυχτώσει
17,...
είμαι αυτή
18,19,..
που τα φυλάει...
..20!
Φτου και βγαίνω!
Παρασκευή, Ιούλιος 18, 2008
Η μικρή μου αλεπού
Ευλογημένη ρουτίνα με ανατροπές πολυτελείας
Ή
Ανατροπή διαρκείας με μικρές ρουτίνες;
Μην απαντήσεις χωρίς να φορέσεις τις μπότες σου.
Η επιλογή τσαλαβουτάει τα πόδια της στα λασπόνερα.
Αν στόχος σου είναι βέβαια το out of the box
Κι αν βέβαια δεν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι ξέρεις τι έχει μέσα….
Το σίγουρο είναι ότι το προσωπικό μας σύμπαν διευρύνεται
Δραματικά
Για την ακρίβεια δεν συμμαζεύεται
Και ξεκινάει να διευρύνεται
Ακριβώς όταν ξεκινά να συρρικνώνεται ο εγκέφαλος
Και να μετατρέπεται η ψυχή σε μπετόν αρμέ
Πες μας και κάτι καινούργιο…
Μου είναι αδύνατο να πω κάτι καινούργιο
Να χτίσω όμως ένα σύμπαν με πανάρχαια υλικά
Να γίνω ένας μικρούλης θεός
Ένας τόσος δα δημιουργός
Ακίνδυνο μπαχαλάκι των Μεγάλων
Χάνεις πολύ χρόνο για να ξεμπερδέψεις τα πράγματα
Άλλο όμως η δύναμη κι άλλο η δημιουργία
Εντάξει εντάξει
Η γνώση είναι δύναμη και η δύναμη είναι γνώση
Με τη φαντασία τι γίνεται;
Έχει αδιευκρίνιστα εργαλεία
Δεν τρώει όλο το φαί της
Είναι αντιδραστική
Αλλά σε τι;
Τι την μπλοκάρει;
Τι την μπλογκάρει;
Τι σκατά την κρατάει μέσα στο κουτί;
Γιατί μου δαγκώνει τα χέρια;
Πώς να την κανακέψω
Πώς να την βγάλω απ’ τη φωλιά της
Την άγρια μικρή μου αλεπού;
Ή
Ανατροπή διαρκείας με μικρές ρουτίνες;
Μην απαντήσεις χωρίς να φορέσεις τις μπότες σου.
Η επιλογή τσαλαβουτάει τα πόδια της στα λασπόνερα.
Αν στόχος σου είναι βέβαια το out of the box
Κι αν βέβαια δεν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι ξέρεις τι έχει μέσα….
Το σίγουρο είναι ότι το προσωπικό μας σύμπαν διευρύνεται
Δραματικά
Για την ακρίβεια δεν συμμαζεύεται
Και ξεκινάει να διευρύνεται
Ακριβώς όταν ξεκινά να συρρικνώνεται ο εγκέφαλος
Και να μετατρέπεται η ψυχή σε μπετόν αρμέ
Πες μας και κάτι καινούργιο…
Μου είναι αδύνατο να πω κάτι καινούργιο
Να χτίσω όμως ένα σύμπαν με πανάρχαια υλικά
Να γίνω ένας μικρούλης θεός
Ένας τόσος δα δημιουργός
Ακίνδυνο μπαχαλάκι των Μεγάλων
Χάνεις πολύ χρόνο για να ξεμπερδέψεις τα πράγματα
Άλλο όμως η δύναμη κι άλλο η δημιουργία
Εντάξει εντάξει
Η γνώση είναι δύναμη και η δύναμη είναι γνώση
Με τη φαντασία τι γίνεται;
Έχει αδιευκρίνιστα εργαλεία
Δεν τρώει όλο το φαί της
Είναι αντιδραστική
Αλλά σε τι;
Τι την μπλοκάρει;
Τι την μπλογκάρει;
Τι σκατά την κρατάει μέσα στο κουτί;
Γιατί μου δαγκώνει τα χέρια;
Πώς να την κανακέψω
Πώς να την βγάλω απ’ τη φωλιά της
Την άγρια μικρή μου αλεπού;
Κυριακή, Μάϊος 11, 2008
dead things
Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πλέον θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Μοιάζουν με
Γαλήνιο θρόισμα κουρτίνας
Στο φως του μεσημεριού
Πριν σε πάρει ο ύπνος
με ήχο από καύτρα τσιγάρου
σε επαφή με το οξυγόνο
με νερό που κυλά
Αδιάφορο προορισμού
Με γουλιά οινοπνεύματος
Σε στιγμή ρέμβης
Με ειλικρινή κατάνυξη.
Με μυρωδιές
Των παιδικών σου χρόνων.
Τα νεκρά πράγματα
Μοιάζουν με τη στιγμή
Όταν τη ζεις δυνατά.
Με τον ακαριαίο της θάνατο
Με την διάσταση του χρόνου
Που τον αντιλαμβάνεσαι
Μόνο ανεπιστρεπτί
Με τον υποθετικό λόγο
με το άπιαστο όνειρο
Με την ασέλγεια των ιερών σου
Τα νεκρά πράγματα
Είναι που αγαπώ με πάθος
κι αν προτιμάς
που εμπιστεύομαι
Σαν ό,τι έχει τουλάχιστον μια φορά πεθάνει
Άλλωστε…
Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πια θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Δεν είναι πλέον θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Μοιάζουν με
Γαλήνιο θρόισμα κουρτίνας
Στο φως του μεσημεριού
Πριν σε πάρει ο ύπνος
με ήχο από καύτρα τσιγάρου
σε επαφή με το οξυγόνο
με νερό που κυλά
Αδιάφορο προορισμού
Με γουλιά οινοπνεύματος
Σε στιγμή ρέμβης
Με ειλικρινή κατάνυξη.
Με μυρωδιές
Των παιδικών σου χρόνων.
Τα νεκρά πράγματα
Μοιάζουν με τη στιγμή
Όταν τη ζεις δυνατά.
Με τον ακαριαίο της θάνατο
Με την διάσταση του χρόνου
Που τον αντιλαμβάνεσαι
Μόνο ανεπιστρεπτί
Με τον υποθετικό λόγο
με το άπιαστο όνειρο
Με την ασέλγεια των ιερών σου
Τα νεκρά πράγματα
Είναι που αγαπώ με πάθος
κι αν προτιμάς
που εμπιστεύομαι
Σαν ό,τι έχει τουλάχιστον μια φορά πεθάνει
Άλλωστε…
Τα νεκρά πράγματα
Δεν είναι πια θνητά
Δεν ξέρω τι είναι…
Τετάρτη, Απρίλιος 09, 2008
"the show must go on"
Όταν τον πρωταγωνιστή τον αντιμετωπίζεις σαν κομπάρσο
Άντε στην καλύτερη σαν υποβολέα,
Έρχεται καιρός που θα πάρει τον ρόλο του πίσω πραξικοπηματικά
Θα πυροβολήσει κάποιον
(Έτσι γίνεται εσαεί
Κανείς δεν βλέπει το τέλος του έργου)
Θα σταθεί στη μέση της σκηνής
Οι προβολείς θα πέσουν πάνω του
Κι εκείνος θα αναφωνήσει
«Showtime!»
Άντε στην καλύτερη σαν υποβολέα,
Έρχεται καιρός που θα πάρει τον ρόλο του πίσω πραξικοπηματικά
Θα πυροβολήσει κάποιον
(Έτσι γίνεται εσαεί
Κανείς δεν βλέπει το τέλος του έργου)
Θα σταθεί στη μέση της σκηνής
Οι προβολείς θα πέσουν πάνω του
Κι εκείνος θα αναφωνήσει
«Showtime!»
Αυτός κι Αυτή χωρίς μυστήρια.
Το μόνο σίγουρο τελικά είναι ότι αυτός την έχει στήσει στη γωνία.
Τελικά και εξ αρχής.
Δεν χαμπαριάζει από ποίηση ούτε από διακριτικότητα.
Δεν έχει κρίση, δεν κάνει επιλογές.
Δεν ξέρει τι θα πει κατάλληλη στιγμή.
Δεν ρωτά, δεν απαντά.
Νομίζεις ότι σε παρατηρεί σαν κάμερα
Σαν ψυχρός εκτελεστής
Σαν άγριος κυνηγός
Με την άκρη του γυάλινου ματιού του
Σαν νεκρό ψάρι
Ότι κάτι περιμένει
Εσένα, τον διπλανό σου
Ότι μελετά κάθε λαθεμένη κίνηση
Για την ακρίβεια,
Όλα αυτά τα έχει χεσμένα
Παραμύθια της αδύναμης κράσης μας.
Αυτός είναι τυφλός
Σαν τον έρωτα
Ψυχικά ανάπηρος
Παραπληγικός
Το ξυλοπόδαρό του έχει τον ήχο του δείκτη του ρολογιού
Βέβαια αυτός ούτε καν ξέρει να μετράει
Δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις ούτε καν θλιβερό λογιστάκο
«δεν παίρνει λογαριασμό δεν δίνει λογαριασμό»
βρίσκεται ανελλιπώς και απροκάλυπτα παρών
Τόσο που τον ξεχνάς
Αυτός πάλι δεν έχει μνήμη
Δεν έχει λήθη
Ροκανίζει οστά
Λίπασμα και πετρώματα
Ροκανίζει συνειδήσεις
Σωθικά
τη ζωή την ενοχλητικά και αδιάκοπα παρούσα
είναι κι αυτή φτιαγμένη απ’ την ίδια στόφα
την μόνη αθάνατη
κι όλοι εμείς
τζογαδόροι
άλλοτε σε πολυτελή καζίνο
άλλοτε σε χαμαιτυπεία
να ποντάρουμε για τον επόμενο γύρο
μέχρι να μείνουμε ταπί
ταπί και ψύχραιμοι στην κυριολεξία
πτώματα προς βορά σκωλήκων και λοιπών βακτηριδίων
ο θάνατός μας η ζωή τους
έτσι απλά
έτσι σκληρά
έτσι αμετάκλητα
έτσι απόλυτα
δεν υπάρχει χώρος για κανένα παραμύθι.
Αυτός κι Αυτή είναι θέμα πιθανοτήτων.
Τελικά και εξ αρχής.
Δεν χαμπαριάζει από ποίηση ούτε από διακριτικότητα.
Δεν έχει κρίση, δεν κάνει επιλογές.
Δεν ξέρει τι θα πει κατάλληλη στιγμή.
Δεν ρωτά, δεν απαντά.
Νομίζεις ότι σε παρατηρεί σαν κάμερα
Σαν ψυχρός εκτελεστής
Σαν άγριος κυνηγός
Με την άκρη του γυάλινου ματιού του
Σαν νεκρό ψάρι
Ότι κάτι περιμένει
Εσένα, τον διπλανό σου
Ότι μελετά κάθε λαθεμένη κίνηση
Για την ακρίβεια,
Όλα αυτά τα έχει χεσμένα
Παραμύθια της αδύναμης κράσης μας.
Αυτός είναι τυφλός
Σαν τον έρωτα
Ψυχικά ανάπηρος
Παραπληγικός
Το ξυλοπόδαρό του έχει τον ήχο του δείκτη του ρολογιού
Βέβαια αυτός ούτε καν ξέρει να μετράει
Δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις ούτε καν θλιβερό λογιστάκο
«δεν παίρνει λογαριασμό δεν δίνει λογαριασμό»
βρίσκεται ανελλιπώς και απροκάλυπτα παρών
Τόσο που τον ξεχνάς
Αυτός πάλι δεν έχει μνήμη
Δεν έχει λήθη
Ροκανίζει οστά
Λίπασμα και πετρώματα
Ροκανίζει συνειδήσεις
Σωθικά
τη ζωή την ενοχλητικά και αδιάκοπα παρούσα
είναι κι αυτή φτιαγμένη απ’ την ίδια στόφα
την μόνη αθάνατη
κι όλοι εμείς
τζογαδόροι
άλλοτε σε πολυτελή καζίνο
άλλοτε σε χαμαιτυπεία
να ποντάρουμε για τον επόμενο γύρο
μέχρι να μείνουμε ταπί
ταπί και ψύχραιμοι στην κυριολεξία
πτώματα προς βορά σκωλήκων και λοιπών βακτηριδίων
ο θάνατός μας η ζωή τους
έτσι απλά
έτσι σκληρά
έτσι αμετάκλητα
έτσι απόλυτα
δεν υπάρχει χώρος για κανένα παραμύθι.
Αυτός κι Αυτή είναι θέμα πιθανοτήτων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
