Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Κι αντάμα...

Κοντά παντελόνια –του γιου; του πατέρα;-
Φωνές απόμακρες την ώρα που νυχτώνει –του φίλου; του κουμπάρου;-
Μάτια λαμπιόνια
Αργία μήτηρ πάσης φιλίας
Ψητό καλαμπόκι στην προβλήτα
Κι ο Εμπειρίκος να ψέλνει το «ω γλυκύ μου έαρ»
Στα μπούστα των ναρκωμένων κοριτσιών που ξύπνησαν γυναίκες

Βιβλία χιλιάδες
Μοσχοβολούν παρέα κι αθωότητα
Ακόμα…
άγραφες αφιερώσεις
Χτυπούν άσφαιρα στο δόξα πατρί
Το χιλιοτρυπημένο
Γρατζουνώ την πληγή
Με το κλειδί απ’ το νέο μας διαμέρισμα
Το νέο μας αμάξι,
Το νέο μας κότερο…

Κι ούτε ένα δάκρυ
Μόνο γέλια
Μεγαλώνουμε…
Όμορφα…;

Βιβλία
στην πυρά της μνήμης
χρόνε φασίστα
με τα σημάδια από το σάλιο και τις δαχτυλιές μας
αδελφοποιτά προσκυνητάρια
να μαρτυρούν το «φτου ξελευτερία» μας
και θες να μάθεις πως νικιέσαι;
Απ’ τους θνητούς
Τους ζαβωμένους απ’ τη βία και τις πρωινές εκτελέσεις;
θες;
Θες να μάθεις πως σε νικούμε κατά κράτος
χρόνε ζαβολιάρη;

Πως τρέχοντας λαχανιασμένοι στην αλάνα
Με μώλωπες και ξεραμένο αίμα στα γόνατα
Πως βόδια ζεμένα σε αλώνι
κόβουμε την τριχιά;
αρκεί μονάχα ένας στίχος
κι ένας μυς χαλαρός από οικειότητα
λαχανιασμένοι μα όχι ξέπνοοι
παίζοντας κλέφτες κι αστυνόμους
ο «μπάτσος» σκοτώνει στ’ αλήθεια
μόνο που δεν το ξέραμε μικροί
Κι έτσι ακαριαία…
ΠΑΥΕΙΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Μ’ ΑΚΟΥΣ;

Βιβλία, βιβλία…
Μα πιο πολλές οι εφημερίδες
Πάντα υπό μάλης
έτσι να μαυρίζει απ’ το μελάνι η μπάντα της καρδιάς
Ξενύχτι πολύ μ’ αλλιώτικα άγριο
Τα μάτια μισάνοιχτα
Όχι τα στόματα
Τα γεμάτα απορίες και θάμπος άλλοτε
Μόνο τα χείλη ιχνογραφούν ερωτηματικά
Και το μήλο του Αδάμ
Ένα κομπάκι πίκρα

Το ψητό της Κυριακής με δεντρολίβανο
μπουκιά και συγχώριο
Οι παλάμες με βασιλικό
χάδι και δαγκωνιά
Φωτογραφίες
Πολλές φωτογραφίες
η μαχαιριά μονάχα μια
Η θανή μια
σαν την «κάθε μέρα»

Εμείται απ’ τις εννιά μου τρύπες
Από κει το «πάτερ ημών» φυγαδεύει τα δαιμόνια
έλεγε η μάνα σαν γύριζα απ’ το σχολείο
Και ξεχείλωνε το στόμα της απ’ το χασμουρητό
Κι ούτε που ρώτησα ποτέ που πάνε
να μου μείνει κι ένα φυλαχτό...

Εμείται υγρό πράσινο πηχτό
Βρωμά και ζέχνει
Από της σάρκας τα καμώματα
Κισσός σφίγγει στις γάμπες μου
Αγκυλώνεται σε κάκτο
Όποτε δεν το «παίζω γκόμενα»,
ακούς Ελένη;
Κι ας μην είμαι ούτε «κοπέλα» ούτε γριά

Πνίγει τις πεταλούδες, τα κοτσύφια, τις πυγολαμπίδες
Μα τα όνειρα αναπνέουν
βλέπεις ποτέ δε σούρθηκαν κατάχαμα

Η πτώση άσχημη
-λες να μην το ξέρω; -
Φτάνει όμως μόνο να μου δώσεις το χέρι σου
Δεν είν’ ανάγκη να το κόψεις
Δε σιχαίνομαι τον ιδρώτα πια
Μα κι αν το κόψεις
φτάνει να μην είναι σύριζα
μάρτυράς μου όποιος ξανάπαιξε σονάτες με δάχτυλα κομμένα

Δος μου το χέρι σου
Δε με τρομάζουν τα αίματα πια

Δος μου το χέρι σου
Κι έλα να παίξουμε ξανά:
«Φεγγάρι φεγγαράκι
Πες μου ποιος είν’ αγέραστος
Εγώ ή η ψυχή μου;»

5 σχόλια:

  1. «Φεύγεις» σιγά - σιγά, ε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Mάλλον "έρχομαι". Κάτι σαν το Johnnie Walker χωρίς αλκόολ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εσύ όμως τι εννοείς;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. αχ βρε γλυκειά μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ...ότι σε καταλαβαίνω όλο και λιγότερο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή