Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

Λαζαρίνες

Οι μέρες ανεβοκατεβαίνουν με κυλιόμενες σκάλες
σε πολυκαταστήματα με λαμπιόνια
Άλλοτε ιερόδουλες στη Σόλωνος
Δεν εκπορνεύονται
Τις εκπορνεύουν
Λίγοι βαθμοί πάνω λίγοι κάτω
Το Ουίσκι του εικοσιτετραώρου είναι ένα όπως και να έχει
Διαφεύγει της υλοφροσύνης
Όπως η πραγματικότητα της προσοχής μου
η χιονόκοτα της αλεπούς
ο βιαστικός το ανεμοβρόχι
Βέβαια ήμουν εκεί, θα λέω
αυτό είναι αδιαμφισβήτητο
οι μέρες
χαράχτηκαν στα πέλματά μου
όπως τα ονόματα των κοριτσιών στον Κλήδωνα
για να ξαναδιαβαστούν θα τις αλείψω στάχτη
νυχτερινή σα σονέτο του Chopin
κι έπειτα λαλίστατες θα μιλούν για όσα λησμονήθηκαν
γηραιές σοπράνο στις τελευταίες των ημερών τους
οι μέρες βρέχουν μπαρμπούνια
σε ορεινά λιθόστρωτα
σπαρταριστές και σπάνιες
παιδίσκες Λαζαρίνες
με ροδοπέταλα και κάλαντα
γαργαλούν τον αγερμό της κάθε Άνοιξης
και παίζοντας κουτσό,
παράπονο ουδέν,
μετρούν τη μοναξιά τους
στην αμεριμνησία μας.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006

Γενέθλιο

Υψιπετής και συναχωμένη
Έχει υγρασία στα νέφη
Κεραυνοί και άγρια ζώα
Πότε στο νεφέλωμα πότε στα σπήλαια
Κάπου εκεί κρύβομαι
Από λασπόνερα, ονειρώξεις και γιαταγάνια
Φτιάχνω το δόρυ μου από κυνόδοντες
Το θέλω μικρό μικρούτσικο
Να χωρά στις κόγχες
Βηματισμοί αμέριμνοι σε σχήμα Γ
Μιας αλογόκουρσας σε μονόχρωμη σκακιέρα
Ποιος είπε πως το παιχνίδι δεν είναι σικέ;
Ο Βαγιέχο πάντως όχι.
Διαφανίζονται οι ιστορίες και οι μύθοι
Περνώ από μέσα τους
Όπως από την πύλη των λεόντων
Νυχοπατώντας κι ασθμαίνοντας
Μην τυχόν και ξυπνήσουν
Όσες αναμετρήσεις με το άπειρο
ήττες τόσες
που έγινε παιχνίδι
κι αν δεν τραμπαλιστείς κάθε βράδυ
το έρεβος το πρωί δεν σου τη χαρίζει
τώρα τα θυμάμαι όλα
Χαροκόπια στις αυλές
Περνά περνά η μέλισσα
Γέλια πνιγμένα κάτω από σεντόνια
Και μπουγέλα στις στέρνες
γόνατα ματωμένα
και πισινά μπλαβί
η Χούντα του παγωτού
Μυρμηγκοφωλιές χαλάσματα
Μόνο από περιέργεια
Και μύγες άπτερες
Σαν νίκες
Να ψελλίζουν το veni vidi vici μας
Έπειτα έμαθα πώς
Τα πυροφάνια νικιούνται από τρικυμίες
Και τα καϊμάν απ’ την ξηρασία
Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ
Παρά τα ληξιαρχεία και τις σαφείς ενδείξεις
Κι όσο για τη σαφήνεια ποτέ δε με ξελόγιασε
Ούτε σαν τον Ασουάν, ούτε σαν τα ψέματα του Πινόκιο
Ούτε σαν τα καπέλα των δανδήδων
Μπωντλαίρ και Φλωμπέρ γωνία
Βρήκα τη λύση όμως
Κι ας μην πήρα τους δρόμους γυμνή με σαπουνάδες
Στοιχίζω μολύβια στο γραφείο μου
Τα δαγκώνω στην άκρη, δεν τα αφήνω να ψηλώσουν ούτε πήχη
Σαν ολυμπιονίκες της ρυθμικής,
Έπειτα είναι έτοιμα για φονικά και βραδινά λάφυρα
Κι ακόμη τη σφαγή
του κατεργάρη που τρύπωνει απ’ τη γρίλια
κάθε σούρουπο
αυτόν που σηκώνει το φρύδι του σε κάθε γιορτή
Κι ας κάνω ότι δεν τον βλέπω
Τον οσφραίνομαι
Σαν την κολόνια που φόραγε η γιαγιά
Σαν το πελεκημένο δάχτυλο του ξυλοκόπου
Σαν τα μαύρα νύχια του ανθρακωρύχου από το Γκντανσκ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

Ιωνία

Την Ιωνία που να τη βάλω;
Κάθεται προσωρινά σ’ένα σκοροφαγωμένο θρανίο
Ιχνογραφώντας το χάρτη της
Στρέφει το κεφάλι σαν χαλασμένη πυξίδα
Ποιος ο βοράς και ποιος ο νότος
Που είναι η δύση και που η ανατολή;
Η Ιωνία όταν εκπαιδεύεται
Είναι σαν τη Ρίτα
Δεν το κάνει από πειθαρχία
Το κάνει από πόθο
Ο Αλμπέρ μου το ’πε ξεκάθαρα
Το ταλέντο είν’ ένα τίποτα μπροστά στη θέληση
Και τελικά ταλέντο είναι μόνο η θέληση
Κι όχι το νόμισμά της
Χωρίς φιοριτούρες
Χωρίς παράπονα
Δρασκελίζει τη σκάλα που πάει στη σοφίτα
Αλλά φτάνει στο κατώι
Είπα να τη φιλοξενήσω
Δε βρήκα τόπο να τη βάλω
Και για να μου μάθει
Με φίλεψε εκείνη
Ξανά και ξανά
Λουκούμι με ζάχαρη άχνη
Λικέρ με πικραμύγδαλο
Μάθηση χωρίς πάθος δε λέγεται μάθηση
Γιατί η ρομποτική λογίζεται γι’ άλλη επιστήμη
Μαϊμουδίζεις και πας
Κι αυτό είναι μίμησις πράξεως
Που δε θα γίνει ποτέ σπουδαία και τελεία.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

Ζεϊμπέκικο

Ωσάν Ζορμπάς εν ώρα ζεϊμπέκικου,
χάνω και βρίσκω το τέμπο,
κραδαίνω μαχαίρια,
μπαινοβγαίνω στις νότες,
ασελγώ στο ρυθμό,
περιστρέφομαι δερβίσης στο ένα πόδι
χαράσσω αρχιμήδειους κύκλους
απώτερος σκοπός να τους αναταράξω,
παίρνω τις ανάλιες μου με φάτσα κατηφή
αναπηδώ
μπας κι αποτάξω το χαλινό του ημιόνου,
τινάζω απ΄τα μέλη το μέλι του ύπνου μου,
σηκώνω με τα δόντια το ξύλινο τραπέζι,
μια ακίδα τρυπά το κάτω χείλος
ο κόσμος να χαλάσει θα απιθώνω το ποτήρι μου στο κεφάλι
να τιμωρήσει το πιοτί
στάλα τη στάλα με κινέζικο βασανιστήριο
τ’ όνειρα τ’ αξημέρωτα
Τα όνειρα τα τεμπέλικα...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 06, 2006

Τα Σεπτεμβριανά

Και για να επανέλθω με τα οπίσθια στη μάνα γη…
Σεπτέμβριος εεεεε;
Τι ρομαντικός μήνας εεεεεε;
Όχι, δεν γκρινιάζω!
Τι; Επειδή δεν πήγα ακόμη ούτε σε μια συναυλία;
Αηδίες…
Ξυπνάω σήμερα στις 10, με ένα κεφάλι καζάνι από τα χθεσινά τζιν τόνικ στο Τoy όπου απολάμβανα το προγραμματάκι του Θανάση του Μήνα και τα ’λεγα μ’ ένα φίλο άρτι χωρισθέντα καταστρώνοντας σχέδια ανήθικα για το πώς να ξανακερδίσει τη γυναίκα της ζωής του….
Ωραία.
Άνευ τροφής όλη μέρα –ψέματα μασούλισα σκαστή απ΄τη δουλειά πένες με τόνο αλλά αυτό δεν το θεωρώ φαγητό η φαγάνα- ρούφηξα κι εγώ τρία ποτά και μια μπίρα και με ρούφηξαν οι τσούχτρες…
Φεύγω λοιπόν απ’ το σπίτι σήμερα το πρωί –ευτυχώς ξύπνησα με τα νιάου γιατί το ξυπνητήρι το πέταξα στον απόπατο; Στο φωταγωγό;- άπλυτη κι αχτένιστη, το συνολάκι δε που φόρεσα εξαίρετο…σαν ψαράς μετά από επιτυχές ξεψάρισμα αθερινόδιχτου
Είχα να διανύσω απόσταση σε νοητή ευθεία 2 χιλιομέτρων
Δεν περνά συγκοινωνία επί 20λεπτο
Το κόβω με το πόδι
Πρώτη στάση ΟΑΕΔ
Μόνο την Τασούλα από τον Ορχομενό δεν είδα στο δρόμο
30 λεπτά καθυστέρηση
Το ξανακόβω με το πόδι
Τράπεζα
Περιμένω 30 λεπτά
Βγαίνω να χαζέψω με το χαρτάκι άντε να μην πω που, λέω να δω για κανα ζευγάρι γόβες, κουμπάρα θα γίνω την τύχη μου την ξελογιάστρα
-απεχθάνομαι την περιήγηση σε βιτρίνες, τα δοκιμαστήρια, τις ηλίθιες τιμές και τις πωλήτριες που προσπαθούν να σε πείσουν ότι είσαι η Σίντι Κρόφορντ-
Βγαίνω θαμπωμένη από τα απαστράπτοντα νέα look γόβας, μια που να μην είναι χρυσαφί, ασημί και με πέρλες να μεγάλες σα ροδάκινα, δεν είδα
Ξαναμπαίνω στην τράπεζα
Κουβεντολόι της ταμίας με μια κυρία –θεία, γειτόνισσα- ίσαμε 10 λεπτά –εγώ να ξεροβήχω για να γίνω αντιληπτή με κομψό τρόπο και δώστου να τραντάζεται το μεθυσμένο μου κεφάλι, να ψάχνω ντεπόν στην τσάντα κι εκτός από σκουπίδια και σκουπιδάκια να μη βρίσκω τίποτα…την ακαταστασία μου….
Χωρίς να σιχτιρίσω φεύγω αφού έκανα –ω ναι!- τη δουλειά μου
Περιμένω το λεωφορείο
Μπουκάρω μέσα σα μαούνα που τη έδειραν τα κύματα
Όρθια ΟΚ
Με σεξουαλικά πεινασμένο διπλανό
Του τη λέω δυνατά
ΟΚ
Με αγκωνιάζει μια γιαγιούλα
ΟΚ
Με σπρώχνουν με πατάνε
ΟΚ
Μιλιά
Έχουμε κι ένα επίπεδο…
Κατεβαίνω «περιχαρής» σε βαθμό κακουργήματος
Φτάνω στη δουλειά
Οργασμός και πυρετός το σαββατόβραδο
Όλοι επέστρεψαν κι ακόμη πιο πολλοί
Αλλαγές στο πλάνο 186,5 φορές
Μιλούν δυνατά
Ακούω dolby stereo EN ΛΕΥΚΩ κι απ’ το ατελιέ Πετρέλη
Εννοείται η τηλεόραση στη διαπασών με ειδήσεις πρώτες κιόλας! Περί της εξομολόγησης μικρών παιδιών, πρόβλημα κι αυτό ρε παιδί μου…
Εξομολογήσεις αρχιμανδριτάδων ενθυμούμενων την παιδική τους ηλικία στο κατηχητικό
Έλεοοοοος!
Tέλος πάντων the show must go on
Δεν αναφέρω το μπλοκάρισμα του δικτύου και του εκτυπωτή…
Όχι δεν επιμένω…
Κερασάκι στην τούρτα η μανούλα η οποία ακούει τα γνωστά μπινελίκια ως απάντηση στο τι έφαγα, τι θα φάω, τι φαγητό να μου φτιάξει για τις δύσκολες μέρες που περνάω, μου έφτιαξε χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι που στη μεταβρεφική ηλικία μου άρεσε θυμάται –έκτοτε δεν έχω ματαφάει γιατί το απεχθάνομαι-, πότε θα με δει, βρήκε ένα φουστάνι ξεχασμένο στη ντουλάπα κι άλλα ενδιαφέροντα
Στο καπάκι, έτσι βρε για να μην ξεφεύγουμε, καβγάς με sms –περί τα 50 μηνύματα λέμε τώρα- με κολλητή που τα έχει παίξει –για άσχετο λόγο- λέει όμως ότι παρεξηγήθηκε γιατί δεν της έφτασε το προσκλητήριο του γάμου του οποίου είμαι κουμπάρα
Οχτακόσια τηλέφωνα προς ανεύρεση του προσκλητηρίου
Δεν υπάρχει Θεόοοοος;
Ακόμη είμαι στη δουλειά, εννοείται…
Σε λίγο θα πάω να πάρω το λεωφορείο το οποίο θα με πάει αισίως σπίτι, το οποίο θα θυμίζει τσιγγαναριό κι ο νεροχύτης θα αναδίδει ένα διακριτικό odeur
Ο καλός μου απ’ ότι μαθαίνω είχε μια εξίσου αριστουργηματική ημέρα…
Εννοείται ότι δεν πήγα στη συναυλία των Ska Cubano
Εννοείται ότι δεν πήγα να δω τους Πέρσες του Αισχύλου τους χιλιοθαμμένους που από περιέργεια και μόνο ήθελα να δω
Όχι βρε κουτά!
Δε γκρινιάζω!
Σας τα λέω για να ευθυμήσετε!
Να δείτε πόσο πιο εύκολη μέρα από σας ΔΕΝ έχουν κάποιοι άλλοι…
Κι άλλωστε που να εκτονωθώ η σιτεμένη μοσχάρα με το νευρικό μου σύστημα το διαμελισμένο σε τσίτι πανηγυριώτικο;
Και μη χειρότερα…

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2006

Καλό Σεπτέμβρη!

Καλό μήνα έστω και εκπρόθεσμα!
Ίσως ο οργανισμός μου παίρνει κατά πόδας τις όμορφες παιδικές μου μνήμες,
ίσως μεγαλώνω λιγουλάκι και προτιμώ τη δημιουργία από τη ρέμβη,
πιθανό να είμαι εθισμένη στο σχολείο,
τα πρωτοβρόχια
τις συναυλίες του Σεπτέμβρη,
τα συναπαντήματα φίλων μετά τις καλοκαιρινές διακοπές,
τον αχνιστό ελληνικό καφέ με καϊμάκι,
τις μελαγχολικές μελωδίες το δειλινό.
Φέτος, παντρεύονται φίλοι, πολλοί φίλοι
Βαφτίζουν τα μωρά τους,
Ετοιμάζουν σπιτικά …
Η γάτα δε θέλει πια να απλώνεται στη στέγη
Δρόσισε…
Κουλουριάζεται στον καναπέ…
Όσο για μένα πάνε οι τσίτσιδες ξάπλες
Καιρός για μυρωδάτο νυχτικό
Και τζην μπουφάν στα θερινά τα σινεμά,
στο Λυκαβηττό,
στη βόλτα στο Φάληρο,
πάνω στη μηχανή,
στα Φεστιβάλ…

Τα τηλεφωνήματα από φίλους θυμίζουν πρεσβεία
Οι συνάξεις με ρακόμελα καφενέ
Κι έτσι το φθινόπωρο έχει μια παραπάνω ζεστασιά ακόμη κι απ’ τον Ιούλη
Ή αυτό το «πτ» και «μβρ» του μήνα;
Γεμίζει το στόμα σου σα συριανό λουκούμι!
Γεια σου Σεπτέμβρη λεβεντιά ακόμη και στην πόλη!
Μου φτιάχνεις το κέφι!

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Η προσωπική υπόθεση της ειρήνης

Ίσχυσε ό,τι ισχύει πάντα.
Κύλισμα βουστροφηδόν σε αυλακωμένα υγρά σεντόνια.
Κέντημα στις παρειές από μαξιλαροθήκη ρετρό άρτι αλλαχθείσα.
Ηλεκτρισμένες μπούκλες από το άχτι της τριβής.
Συντονισμός με την αναπνοή του σύγκλινου
Εξονυχιστική παρατήρηση ουλών, μωλώπων, στιγμάτων, πυωδών αποθηκών, φλεβών παλλόμενων, ανεγέρσεων μορίου προ ονείρωξης μετά χυμωδών φαντασμάτων λαγνείας, εσωστροφή
Κρίσεις ερωτικής μανίας, ζήλια γιαπωνέζικη, τάση φονική, λύσσα στεντόρεια αρχέγονης παράνοιας κτήτορος
Κλίση γωνίας μιση-της κύκλου
Ο Άμλετ βρυχάται με ηχώ σπηλαίου αιώνων
Το κρανίο, τα ζυγωματικά, η σάρκα, η μυρωδιά
Αυτά τα συγκεκριμένα
Τα πλέον συγκεκριμένα
Τα πλέον αγαπημένα
προορισμένα για αποσύνθεση
Σκέψεις ινδής χηρευάμενης ενόψει πυράς σώματος που λάτρεψε και μίσησε για να επαναλατρέψει
Αγαπημένου πνεύματος
Προορισμένου για σύνθεση
Κίνηση έσω με κατακόρυφη αναστροφή εμβρύου αγωνιζόμενου να εκδράμει ανοίγοντας την αιδοιο-οδό
Πόνος βαθύς
Μνήμη νοσηρή
του αίματος, του όντος, του μη-όντος, της κυτταρικής κι ό,τι προηγούμενο
δομής άγνωστης τεράτων,
αμοιβάδων,
αστρικών συνάξεων πτυόντων στην τελική φυγόκεντρο
το ον ως κουκούτσι του ολύμπιου καρπού
Το γνωστό, το άγνωστο, το λυσσαλέο, το ερεβώδες, το μεγαλειώδες, το θνητό
Κόκκαλα, κόκκαλα, σωροί οστών υπόλευκων, καφετί, μαύρων, εβένινων, σκονισμένων,
Οικογενειακά άλμπουμ
Μαχαιριές διαμπερείς προσώπων γνώριμων –ήταν κιόλας χθες- νέων γελαστών με αλληλουχία παραμορφώσεων σε όντα άβουλα, ανήμπορα γερασμένα, ανηκέστου βλάβης, εξαθλιωμένα, νεκρά
Οσμή προγόνων μη αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών και λοιπών στοιχείων να στοιβάζονται με λύσσα πίσω από τα μάτια σα μύγες αυγουστιάτικες,
Τρυπούν το κρανία, να στριμωχτούν στη μνήμη, να υπάρξουν ξανά
Μνήμες παιδικές σφαδάζουν με χτύπους καρδιάς με ταχύτητα φωτός
Οι λεπίδες χώνονται χυδαία, αδίστακτα, πιο βαθιά και πιο βαθιά στη σπλήνα, στη χολή, ανεβαίνει ανεβαίνει η στάθμη βαθυκόκκινου αίματος ως άλλη φυματίωση, ζητά να βγει από το λαρύγγι
Καταφέρνει να παρακάμψει την ύστατη στιγμή
Σκαρφαλώνει στις φωνητικές χορδές
Κάποια θεόρατη πατούσα πατάει το λαιμό
Τον θρυψαλιάζει
Ήχος κανείς
Το ουρλιαχτό έντομο πελώριο ξαναμπαίνει βίαιο στο στομάχι
Λεηλατεί το πάγκρεας
Φυγαδεύεται στο στήθος
Αντάρα, τυφώνας σαρώνει κόκκαλα, φωνές, μάτια, στιγμές απόλυτης ευτυχίας, απόλυτου πόνου, αναμιγνύει απελπισία, τα κοφτερά δόντια του Μέγα Πόνου, του αναπότρεπτου
Μια ατροπός σκοτεινή όμοια με ορυχείο
Σκάβω λαγούμια με τα νύχια
Κι όταν όλα τα νύχια μαζέψουν όλη τη βρωμιά του θανάτου
Παίρνω τελευταία εισπνοή μελλοθάνατο χέλι στη θάλασσα των Σαργασών
Ανοίγω τα μάτια
Σπασμοί μήτρας που τίκτει
Επιταχύνονται, επιταχύνονται
Ο εμετός ανεβαίνει ανεβαίνει
Η στάθμη φτάνει τα μάτια
Λυγμοί μέχρι να βγει ο ήλιος
Του ξέφυγα πάλι απόψε
Του ξέφυγα
Του ξέφυγα
Πλήρης κατανόηση ζώου
Βαθιές εισπνοές εκπνοές
Κινήσεις μηχανικές μετά από πνιγμό
Δοξασμένο τ’ όνομά τους
Μια τρίλια τζιτζικιού μπάζει το βρέφος ήλιο στο δωμάτιο
Ο βρυκόλακας εντός μου κοπάζει
Τον νιώθω να γαληνεύει
Να κλείνει τα βλέφαρα
Να αναπαύεται
Αρχίζουν όλοι και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού
Στο παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον τους
Δραπέτες σε αναζήτηση ανάμνησης
Εγώ, το όχημα σταματώ
υποκείμενο αφιχθέν ξανά στη συνείδηση με παλάμη ιδρωμένη
Πόσους αιώνες να κρατώ άραγε αυτή τη σκυτάλη;
Τόσους όσους για να πάψει ο χρόνος
Κοιτώ μια την παλάμη μου
Μια τη σκυτάλη
Μια την παλάμη μου
Μια τη σκυτάλη
Χρώμα πορφυρό βαθύ
Απέφυγα κι απόψε την πίσσα του χάους
Καμία σκέψη
Καμιά σκέψη σε τούτο τον πόλεμο
Για την εμφύτευση του κουτιού της Πανδώρας
Σε ένα ανυποψίαστο θαύμα
Για την απίθωση της πιο γιγάντιας σκυτάλης
Στο χέρι ενός μωρού

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2006

Εκπαιδευτική αλητεία

15.000 θέσεις κενές σε ΑΕΙ και 13.000 σε ΤΕΙ. Θα μείνουν κενές. Θα κλείσουν Σχολές.
Αντί να βγουν να πουν ξηγημένα "Κύριοι, θα μειωθούν οι εισακτέοι γιατί πώς αλλιώς θα ανθίσει η Ιδιωτική εκπαίδευση στη χώρα;", "πώς αλλιώς θα τα κάνουν μασούρια αυτοί που μας τα σκάνε για τις προεκλογικές μας εκστρατείες; Το προεκλογικό μας σκουπιδαριό;" το έκαναν ύπουλα άλλη μια φορά. Ε, βέβαια, όταν βγαίνει το ξόανο ο Γιακουμάτος και λέει: "Όνειρό μας είναι να φέρουμε το Χάρβαρντ στην Αθήνα", τι να λέμε; Το Χάρβαρντ μας μάρανε! Μόνο και μόνο για να μην ξενιτεύονται τα πουλάκια των τριακοσίων της Βουλοχαβούζας. Γιατί ποιος θα πάει στο Χάρβαρντ; Ξεπουλιούνται οι γονείς με την παραπαιδεία, να ξεπαραδιάζονται τώρα και για τα Χάρβαρντ που γαμώ τα πανεπιστήμια είναι δε λέω, αλλά μόνο για το 0,2% του πληθυσμού! Τώρα τους έπιασε ο πόνος περί αποσύνδεσης του Πανεπιστημίου με την επαγγελματική αποκατάσταση; Που αντί να μαθαίνουν έχουν βάλει νέφτι οι μαθητές σα ρομποτάκια και παπαγαλίζουν αρλούμπες χωρίς να εμπεδώνουν τίποτα, μόνο και μόνο για να κεράσει η μάνα τους τη γειτονιά όταν περάσουν σε ένα από τα αχούρια ανωτάτου; Οι μισοί νομικάριοι είναι σουβλατζήδες και οι μισοί φιλόλογοι ταξιτζήδες. Ψέμματα, μια φίλη μου προτίμησε να γίνει βοθρατζού! Αντί να αναβαθμίσουν πρωτίστως την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να αποσυνδέσουν την παραγωγή από τη μόρφωση... Τι τους νοιάζει δηλαδή αν κάποιος θέλει να μορφωθεί ακόμη κι αν δεν ασκήσει το επάγγελμα; Πόσους αγράμματους πια να βγάλουν γαμώ την τρέλα μου; Παιδιά γυμνασίου να μην ξέρουν τη Θεσσαλονίκη και τον Καβάφη; Όλα να τα ρημάξουν πια; Ή αυτό το σύστημα οριζόντιας εκπαίδευσης! Να μη μαθαίνουν τα παιδιά τίποτα! Όλα ρηχά, εν τάχει και επιπόλαια. Μην εμβαθύνετε σε τίποτα!Να μη μιλήσω για όλους τους πονεμένους που θα ήθελαν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι να σαλιώνουν χαρτόσημα και έγιναν καθηγητές και δάσκαλοι. Ποιος τους ελέγχει που οι περισσότεροι είναι πλέον ή παραιτημένοι ή τα παίρνουν κάνοντας μεταπτυχιακά -τάχα μου και δήθεν- ή νοσούν ψυχικά και πάσχουν από νευρασθένεια;
Ή το άλλο! Αν δεν ήταν τα μεταναστάκια θα είχαν κλείσει τα μισά δημοτικά της χώρας. Αυτά κρατούν τα δημόσια σχολεία ανοιχτά. Μάλιστα! Διαφημίσεις για ηλεκτρονικά παιχνίδια ξέρουν να βάζουν στα σχολικά βιβλία και παρουσιάσεις των Μac Donalds μέσα σε σχολεία για να γίνουν τα ελληνάκια εντελώς αμερικανάκια παχύσαρκα.
Μετά τους φταίνε τα μπαχαλάκια!-Όχι τα βαλτά, τα αληθινά!- Αλήτες!
Ούτε να ξοδέψω γιαούρτι για τη μάπα σας δεν είστε!Το κεσεδάκι έχει ένα ευρώ.Ρεζίληδες!

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

Ο δεκάλογος των καμένων βούρλων!

• Ενόψει καύσωνα η κυβέρνηση θεώρησε ότι το πιο σημαντικό μέτρο που μπορούσε να λάβει ήταν τα 7 κτίρια με air-condition για τους άστεγους και υπερήλικες;
• Η εξαγγελία αλλαγών στο νόμο για τα δάση και οι διαλλακτικότεροι χαρακτηρισμοί για τις δασικές εκτάσεις δε συντέλεσαν καθόλου άραγε στον ορυμαγδό; Αυτό αφορά όλες τις πυρκαγιές ανά τη χώρα βέβαια. Στη Μάνη λέει πιθανολογείται ότι έπεσε κεραυνός. Μ' έπιασε φούρκα με το Φούρκα (Νομάρχης Λακωνίας)! Είναι δυνατόν να έπεσε κεραυνός μέσα Αυγούστου στο Οίτυλο, στον Κότρωνα και την Αρεόπολη;Μας δουλεύει;
• Η στρεβλή ανάπτυξη σε μία από τις ωραιότερες περιοχές της χώρας -τη Χαλκιδική-, δεν υπέθαλψε καθόλου την υπάρχουσα κατάσταση; Μέσα σε μόλις 30 χρόνια η δασωμένη χερσόνησος (340. 000 στρέμματα πευκοδάσους), μετατράπηκε στην πιο πυκνοδομημένη οικιστικά τουριστική περιοχή της χώρας, όπου η εμπορευματοποίηση της γης πήρε τεράστιες διαστάσεις και με νόμιμους και παράνομους τρόπους επιχειρείται να οικοπεδοποιηθεί και να κτισθεί κάθε σπιθαμή γης.
• Οι μοναστηριακές εκτάσεις που αποκτήθηκαν από επιτήδειους σχεδόν τζάμπα; Αυτοί όχι μόνο φρόντισαν να τις διπλασιάσουν αυθαίρετα … με το Δημόσιο να αλληθωρίζει ή να τις ανταλλάξουν με άλλες εκτάσεις του, αλλά να τους δοθεί σε ορισμένες περιπτώσεις με πολιτικές πλάτες και το δικαίωμα να πολεοδομούν ιδιωτικά και να κτίζουν μέσα στο δάσος.
• Σημαντικές εκτάσεις μοιράσθηκαν σε δήθεν ακτήμονες για να μετατραπούν σε χρυσοφόρα οικόπεδα και …πολλά άλλα έγιναν με την ανοχή πολιτικών , ντόπιων και μη. Οι δασικοί που τόλμησαν να κάνουν το καθήκον τους απομακρύνθηκαν, οι οικολόγοι χαρακτηρίσθηκαν «γραφικοί», και κάποιοι , λίγοι, δικαστές, πήραν τολμηρές αποφάσεις χωρίς να έχει βρεθεί ακόμη κρατικός λειτουργός και παράγοντας για να τις εφαρμόσει.
• Κι εντάξει! Πήρε φωτιά ο κώλος μας! Τα πυροσβεστικά αεροσκάφη Canadair για την άμεση κατάσβεση της πυρκαγιάς στη Χαλκιδική που είχε ως αποτέλεσμα εκτός από τις υλικές ζημιές να χάσει τη ζωή του και ένας Γερμανός τουρίστας; Είχαν το θράσος να βγουν και να κάνουν δηλώσεις οι ακαμάτηδες! Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, Ανδρέας Κόης, από τα 12 διαθέσιμα του στόλου τα πέντε αεροσκάφη είχαν συμπληρώσει τις ώρες πτήσης και έπρεπε να συντηρηθούν άμεσα, ενώ τα υπόλοιπα 7 παρουσίασαν βλάβες λόγω του καύσωνα, αλλά και της καταπόνησης των τελευταίων ήμερων. Από την πλευρά του ο υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος δήλωσε μεταξύ των άλλων ότι τα Canadair CL-215 δεν μπορούν να πετάξουν όταν η θερμοκρασία υπερβαίνει τους 38 βαθμούς Κελσίου! Καλά, πλάκα μας κάνουν; Μέχρι κι οι Mody Pythons θα σήκωναν τα χέρια ψηλά!
• Η περιορισμένη δυνατότητα επιχειρησιακής αξιοποίησης λόγω καιρικών συνθηκών για τα CL- 215 προβληματίζει λέει την Πολεμική Αεροπορία καθώς το γεγονός ότι οι δασικές πυρκαγιές, εκδηλώνονται συνήθως όταν πνέουν ισχυροί άνεμοι και κατά συνέπεια και η θάλασσα είναι ταραγμένη ακινητοποιεί τα αεροσκάφη! Αν λοιπόν τα αεροσκάφη δεν είναι σε θέση να αντέξουν δομικά τις καταπονήσεις της προσθαλάσσωσης τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος μη κάλυψης των αναγκών αεροπυρόσβεσης. Παράλογοοοοο;
• Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ο στόλος των CL-215 τα οποία για να συνεχίσουν να αξιοποιούνται επιχειρησιακά θα πρέπει να αναβαθμιστούν. Το μόνο πρόγραμμα αναβάθμισης που εστιάζονταν στην αντικατάσταση των εμβολοφόρων κινητήρων τοποθετώντας ελικοστρόβιλους παρόμοιους με την έκδοση CL-415 πραγματοποιούνταν από την κατασκευάστρια καναδική εταιρεία Bombardier που πλέον δεν υφίσταται. Η λύση λοιπόν στο πρόβλημα είναι είτε να βρεθεί πρόγραμμα αναβάθμισης για τα παλαιά αεροσκάφη είτε να πρέπει να υπάρξει η προμήθεια νέων. Σωστά γιατρέ μου;
• Αυτά δεν τα ήξεραν μήνες να μην πω χρόνια πριν την έκτακτη ανάγκη; Πόσο σπάνιο ενδεχόμενο ήταν άραγε ένα κύμα καύσωνα για την Ελλάδα;
• Είναι αδίστακτοι ή ανίκανοι; Ειλικρινά, δεν έχω βρει ακόμη απάντηση!
Καμένα βούρλα πάντως αναμφίβολα!

Εν Χιμπατζάτω, 2006

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Σάουνας ανάγνωσμα

Η άσφαλτος αχνίζει.
Το αίμα κοχλάζει.
Περισσεύουν τα ερυθρά.
Πολλαπλασιάζονται σαν ιός κυβερνοχώρου.

Η πόλη εξατμίζεται κι αυτή η εξαΰλωση, μάρτυράς μου ο Μαρξ, της χρειαζόταν.
Η ύλη ύπουλο πράγμα.
Σάμπως δεν είναι η ίλη;
Ο ήλος;
Ο Ηλί σαβαχθανί;
Δεν έχει λαμά!
Γιατί έτσι!
The fate of reason is to be deleted!
Επιστροφή στο χιμπατζάτο!
Οι άδειοι δρόμοι, απομεινάρια μπίτνικ ασωτιών του χειμώνα στενάζουν από στέρηση. Έπειτα είναι και η σύγχυση.
Τα αγκομαχητά είναι από ζέστη;
Από απόγνωση;
Από ηδονή;
Από τον έσω ή έξωθεν καύσωνα;
Σε ακραίες θερμοκρασίες η ψυχή ακολουθεί το ένστικτο.
Το ένστικτο που όλα τα τήκει.
Η ψυχή θέλει το κλίμα εύκρατο.
Εξου κι η αλλοτρίωση.
Προσοχή! Στο λεξικό μπαμπουίνου σημαίνει: ο ένας τρώει τον άλλο!
Ακουμπώ στη λιγδιασμένη μπάρα ενός χαμαιτυπείου με την αίσθηση Δον Χουάν ακουμπισμένου σε κάκτο, φακίρη σε προκοκρέβατο (οποιαδήποτε ομοιότητα με την προκοπή είναι τυχαία).
Δεν είμαι η Μαρία Νεφέλη αλλά όταν ο Κέλσιος κελεύει άνω των 40, δηλώνω απροετοίμαστη.
Ανάγκα και Μαρμελάντωφ πείθονται!
Η μεταστροφή της επίπλαστης ποίησης σε αληθινή.
Η μεταστροφή της Ράις, του Ολμέρτ, του Μπους, των ψηφοφόρων…
Όνειρα θερινής νυκτός.
Ο Γουίλιαμ μου κλείνει το μάτι αμέριμνος, τυλιγμένος στη λευκή κελεμπία του που όλα τα γλιτώνει.
Πλην σκωλήκων.
Όνειρα παγωμένης λεμονάδας.
Κι έπειτα σκέφτομαι πόσο πολυτελής είναι τελικά μια παγωμένη λεμονάδα.
Ένα αγόρι με φλογέρα-καλαμάκι ψάχνει ημιτόνιο-ημιτόνιο το «Γιάννη μου το μαντήλι σου».
Ένα κορίτσι ψάχνει ως άλλος Διογένης ερωτευμένους να πουλήσει τις γαρδένιες της. Το βλέμμα της έχει κάτι από τη μυρωδιά τους.
Τη λιγωμένη Άνοιξης.
Δε θέλω άλλη σφαγή ούτε στον ξύπνιο μου ούτε στον ύπνο μου.
Καταχωνιάζεται όμως θες δε θες η αλήθεια στον κεκρύφαλο και μηρυκάζει ο νους ο αδηφάγος τον πόνο σαν « τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες».
Όχι, πρέπει να κάνω αποτοξίνωση.
Δε θέλω να βλέπω στον ύπνο μου τον ήδη κεκαυμένο τη σφαγή.
Αρνούμαι.
Και φυσικά δεν εισακούομαι.

Τα κυνικά καύματα –φράση εύστοχη, πρόσφατα αλιευθείσα συνώνυμη με τις μεγάλες ζέστες του καλοκαιριού- με λικνίζουν, με ξεμυαλίζουν και με καθοδηγούν περιπατητικά.
Τα κυνικά καύματα, σαν την έμμηνο ρύση προοικονομούν εκρήξεις και λάβες αίματος.
Βαδίζω σα νήπιο στην αχλή της πόλης στράτα-στρατούλα, στράτα-στρατούλα.
Με τραβά απ’ το χέρι μια νοσηρή περιέργεια. Μια διογένεια ανάγκη.
Κι εγώ σαν το γυφτάκι, το μεταναστάκι, το μπαρουτιασμένο από τη ζέστη, τα θραύσματα, το υβρεολόγιο ανοήτων, το εμπάργκο ψυχικά νοσούντων και αναπήρων απανταχού ταγών και ουραγών, τη βλακεία.
Τη δική μου πάνω απ’ όλα.
Θα βαφτιστώ νιτσεϊκή.
Φοβάμαι ότι έχω ήδη αργήσει.
Βαδίζω σοκάκι σοκάκι την πόλη.
Να δω ξανά πώς φλέγεται. Να την ξανά πιστέψω.
Στράτα-στρατούλα.
Με πείσμα ρακοσυλλέκτη.
Με δρύινη αμφίεση κιβωτού.
Το πείσμα μου είναι ο επόμενος στόχος τους.
Κι ας μην έχει πετρέλαιο…

Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006

Νομπελίστας πρώην εσατζής!

Μου το θύμισε μια φίλη το θέμα και καλά έκανε γιατί πράγματι είναι εντυπωσιακό! Είπαμε! Όλοι έχουμε κάνει μαλακίες στα νεανικά μας χρόνια, αυτό όμως παραπάει! Ο λόγος περί του Γκίντερ Γκας του νομπελίστα. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν…
Η αυτοβιογραφία του που θα κυκλοφορήσει σε ένα μήνα, κι όπου ο νομπελίστας Γκίντερ Γκρας, ομολογεί πως νεαρός ήταν μέλος των διαβόητων Ες- Ες, δεν έπρεπε να λέγεται «Ξεφλουδισμένα Κρεμμύδια» αλλά «Τσιγαρισμένα Κρεμμύδια»! Το σίγουρο είναι πάντως, πως το… στριπτίζ του κρεμμυδιού, ο διάσημος Γκίντερ Γκρας δεν το φτάνει μέχρι το τέλος. Γιατί ο πασίγνωστος συγγραφέας, που όλοι θαύμαζαν και εκτιμούσαν, να γράψει στα καλά καθούμενα τη ζωή του από τη στιγμή που το παρελθόν του μύριζε πιο βρώμικα και από χαλασμένη αγκινάρα; Μήπως, γιατί κάποιοι άλλοι επιτήδειοι το είχαν ήδη ανακαλύψει και τον εκβίαζαν για να μη το βγάλουν στην φόρα; Μήπως, γιατί κάποιο άλλο σαΐνι γράφει ήδη για τη ζωή του 78χρονου συγγραφέα γνωρίζοντας το τι έκανε όταν εκείνος ήταν ακόμα άγουρος, άσημος έφηβος;
Ο Γκίντερ Γκρας, τιμήθηκε το 1999 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του ανάμεσα στο οποίο είναι και το μυθιστόρημα «Το τενεκεδένιο ταμπούρλο», που κέρδισε το Όσκαρ όταν το 1979 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Ο συγγραφέας υπήρξε ενεργό μέλος της Αριστεράς για πολλά χρόνια και, κατά περιόδους, υποστηρικτής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Στη Γερμανία, θεωρείται, ως μια δυνατή και ηθική φωνή ενάντια στην ξενοφοβία και τον πόλεμο. Για το παρελθόν του δεν ξέραμε πολλά. Ο ίδιος είχε αποκαλύψει ότι 15 χρονών είχε θελήσει να πάει στα υποβρύχια, αλλά δεν είχε γίνει δεκτός κι έτσι είχε υπηρετήσει στο στρατό, όπου είχε τραυματισθεί και είχε αιχμαλωτιστεί από τις δυνάμεις των Συμμάχων. Ξαφνικά όμως τα τελευταία χρόνια ο νομπελίστας συγγραφέας λέει πως είχε χάσει τον ύπνο του. Είχε τύψεις, όπως αποκαλύπτει σήμερα και βασανιζόταν γιατί «κάτι» έκρυβε από τον κόσμο, που αγάπησε τα εξήντα και πλέον βιβλία του. Για να απαλλαγεί από τις ερινύες, αποφάσισε να ομολογήσει ο ίδιος το μυστικό του στην αυτοβιογραφία του, που πρόκειται να κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα με τίτλο «Ξεφλουδισμένα κρεμμύδια».
Γράφει λοιπόν, ο Γκίντερ Γκρας, αναφερόμενος στα εφηβικά του χρόνια, πως κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχε υπηρετήσει στην επίλεκτη ομάδα των ναζί Waffen-SS, η οποία αποτελούσε μια από τις παραστρατιωτικές δυνάμεις του Αδόλφου Χίτλερ. Σε μια συνέντευξη μάλιστα, που έδωσε σε γερμανική εφημερίδα με αφορμή τα προς έκδοση απομνημονεύματά του, ανέφερε αυτό το γεγονός με αποτέλεσμα να ακολουθήσει καταιγισμός αντιδράσεων στη Γερμανία. Ο ίδιος όταν ρωτήθηκε γιατί στα 78 του χρόνια προβαίνει σε αυτές τις αποκαλύψεις απάντησε: «Ήταν ένα βάρος για μένα. Η σιωπή μου άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια, ήταν ένας από τους λόγους που έγραψα το βιβλίο. Επιτέλους αυτό το μυστικό έπρεπε να βγει προς τα έξω».
Ο γνωστός συγγραφέας ομολόγησε επίσης, πως μετά τον πόλεμο αισθανόταν ντροπή που είχε υπάρξει μέλος των Ες- Ες. «Εκείνη την εποχή πάντως, δεν αισθανόμουν άσχημα» υπογράμμισε, «αργότερα όμως το αίσθημα της ντροπής με καταδίωκε».

Τι να πεις...

Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006

"Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει..."

Το ραδιόφωνο παίζει τη «μαρκίζα» με τη Μοσχολιού.

Ένας χρόνος σήμερα. Τέτοιες φωνές…

Η τέχνη του «αδειάζειν»*

Γιατί άραγε οι περισσότεροι από μας ασχολούμαστε μετά μανίας με το πώς θα γεμίσουμε το χρόνο μας ή πως θα τον σκοτώσουμε διασκορπιζόμενοι; Ελάχιστοι ασχολούμαστε με την τέχνη του «αδειάζειν». Δε θέλει τόσο ταλέντο πια η αυτοσυγκέντρωση στη στιγμή και η εκπνοή αρνητικής ενέργειας απολαμβάνοντας τον ουρανό, τη θάλασσα, τη ρέμβη, τη μουσική. Δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο. Απλά, προϋποθέτει να έχουμε «καθαρίσει την κούπα μας» πράγμα κομματάκι επώδυνο και άρα πολυτελές.


*απαρέμφατο ποιητικής αδείας

Επιστροφή

Κάρυστος, περίπατος στο λιμενοβραχίονα, βεράντα που βλέπει θάλασσα κι ουρανό, λουκουμάδες κι ελληνικός καφές στην πλατεία. Υγρασία να σγουραίνει τα μαλλιά, παιδιά με ποδήλατα και καλάμια ψαρέματος στον ώμο, μυρωδιά χταποδιού και σαρδέλας στα κάρβουνα, live με μπλουζιές σε θερινό μπαράκι, έκθεση βιβλίου, αγόρασα επιτέλους το «Γιούγκερμαν» του Καραγάτση.
Πλατανιστός, κολύμπι στη βάθρα.
Πανοχώρι περίπατος δίπλα στον παλιό νερόμυλο.
Αμάρυνθος, hot-dog στην καντίνα.
Τρεις μέρες αρκούν. Φτάνει να είναι γεμάτες…

Επιστροφή. Μελαγχολία. Γραφείο, πληκτρολόγηση, τηλέφωνα, λεωφορεία. Η Αθήνα μου κλείνει το μάτι. Της κάνω παρέα με ένα μικρούλη περίπατο στα στενά του Συντάγματος. Εγώ κι οι οδοκαθαριστές. Ένα όμορφο φεγγάρι, φέτα πεπονιού κλεμμένου από μποστάνι.
Επιστρέφω στο σπίτι γνωρίζοντας ότι με περιμένει όπως πάντα μια περιπέτεια. Σπίτι καλοκαιρινό να αχνίζει από τη ζέστη, βεράντα να βλέπει σε μια στέγη ελενίτ, η αζαλέα ζει και βασιλεύει, το γεράνι πνέει τα λοίσθια, εδέσματα σταλμένα από τη μανούλα, ντουζ με παγωμένο νερό, καναπές για δυο, ραδιόφωνο, γέλια, κουβεντολόι, ο Γιούγκερμαν να με περιμένει στο προσκέφαλο, η γάτα να κάνει αταξίες.
Πόσο ωραίες είναι οι επιστροφές όταν επιστρέφεις στη ζωή τη δική σου!

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Κι αντάμα...

Κοντά παντελόνια –του γιου; του πατέρα;-
Φωνές απόμακρες την ώρα που νυχτώνει –του φίλου; του κουμπάρου;-
Μάτια λαμπιόνια
Αργία μήτηρ πάσης φιλίας
Ψητό καλαμπόκι στην προβλήτα
Κι ο Εμπειρίκος να ψέλνει το «ω γλυκύ μου έαρ»
Στα μπούστα των ναρκωμένων κοριτσιών που ξύπνησαν γυναίκες

Βιβλία χιλιάδες
Μοσχοβολούν παρέα κι αθωότητα
Ακόμα…
άγραφες αφιερώσεις
Χτυπούν άσφαιρα στο δόξα πατρί
Το χιλιοτρυπημένο
Γρατζουνώ την πληγή
Με το κλειδί απ’ το νέο μας διαμέρισμα
Το νέο μας αμάξι,
Το νέο μας κότερο…

Κι ούτε ένα δάκρυ
Μόνο γέλια
Μεγαλώνουμε…
Όμορφα…;

Βιβλία
στην πυρά της μνήμης
χρόνε φασίστα
με τα σημάδια από το σάλιο και τις δαχτυλιές μας
αδελφοποιτά προσκυνητάρια
να μαρτυρούν το «φτου ξελευτερία» μας
και θες να μάθεις πως νικιέσαι;
Απ’ τους θνητούς
Τους ζαβωμένους απ’ τη βία και τις πρωινές εκτελέσεις;
θες;
Θες να μάθεις πως σε νικούμε κατά κράτος
χρόνε ζαβολιάρη;

Πως τρέχοντας λαχανιασμένοι στην αλάνα
Με μώλωπες και ξεραμένο αίμα στα γόνατα
Πως βόδια ζεμένα σε αλώνι
κόβουμε την τριχιά;
αρκεί μονάχα ένας στίχος
κι ένας μυς χαλαρός από οικειότητα
λαχανιασμένοι μα όχι ξέπνοοι
παίζοντας κλέφτες κι αστυνόμους
ο «μπάτσος» σκοτώνει στ’ αλήθεια
μόνο που δεν το ξέραμε μικροί
Κι έτσι ακαριαία…
ΠΑΥΕΙΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ
Μ’ ΑΚΟΥΣ;

Βιβλία, βιβλία…
Μα πιο πολλές οι εφημερίδες
Πάντα υπό μάλης
έτσι να μαυρίζει απ’ το μελάνι η μπάντα της καρδιάς
Ξενύχτι πολύ μ’ αλλιώτικα άγριο
Τα μάτια μισάνοιχτα
Όχι τα στόματα
Τα γεμάτα απορίες και θάμπος άλλοτε
Μόνο τα χείλη ιχνογραφούν ερωτηματικά
Και το μήλο του Αδάμ
Ένα κομπάκι πίκρα

Το ψητό της Κυριακής με δεντρολίβανο
μπουκιά και συγχώριο
Οι παλάμες με βασιλικό
χάδι και δαγκωνιά
Φωτογραφίες
Πολλές φωτογραφίες
η μαχαιριά μονάχα μια
Η θανή μια
σαν την «κάθε μέρα»

Εμείται απ’ τις εννιά μου τρύπες
Από κει το «πάτερ ημών» φυγαδεύει τα δαιμόνια
έλεγε η μάνα σαν γύριζα απ’ το σχολείο
Και ξεχείλωνε το στόμα της απ’ το χασμουρητό
Κι ούτε που ρώτησα ποτέ που πάνε
να μου μείνει κι ένα φυλαχτό...

Εμείται υγρό πράσινο πηχτό
Βρωμά και ζέχνει
Από της σάρκας τα καμώματα
Κισσός σφίγγει στις γάμπες μου
Αγκυλώνεται σε κάκτο
Όποτε δεν το «παίζω γκόμενα»,
ακούς Ελένη;
Κι ας μην είμαι ούτε «κοπέλα» ούτε γριά

Πνίγει τις πεταλούδες, τα κοτσύφια, τις πυγολαμπίδες
Μα τα όνειρα αναπνέουν
βλέπεις ποτέ δε σούρθηκαν κατάχαμα

Η πτώση άσχημη
-λες να μην το ξέρω; -
Φτάνει όμως μόνο να μου δώσεις το χέρι σου
Δεν είν’ ανάγκη να το κόψεις
Δε σιχαίνομαι τον ιδρώτα πια
Μα κι αν το κόψεις
φτάνει να μην είναι σύριζα
μάρτυράς μου όποιος ξανάπαιξε σονάτες με δάχτυλα κομμένα

Δος μου το χέρι σου
Δε με τρομάζουν τα αίματα πια

Δος μου το χέρι σου
Κι έλα να παίξουμε ξανά:
«Φεγγάρι φεγγαράκι
Πες μου ποιος είν’ αγέραστος
Εγώ ή η ψυχή μου;»

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

Zόα και... ζώα.

Μια μέρα ο Γ. συγύριζε το ατελιέ του. Ξαφνικά, κι ενώ πήγε να πετάξει κάτι άχρηστες κούτες ακούει ένα νιαούρισμα. Ψάχνει από δω ψάχνει από κει και τι βρίσκει; Μέσα στον κάδο σκουπιδιών ένα γατί. Μωρό, νεογέννητο, μέσα σε κλειστή νάιλον σακούλα!

Άλλωστε, «το επίπεδο του πολιτισμού ενός λαού φαίνεται από τον τρόπο που συμπεριφέρεται στα ζώα». Θα μου πεις, κανονικά θα έπρεπε να επαναδιατυπωθεί το ίδιο ρητό για τους ανθρώπους. Βλέπε Γκουαντάναμο, Αbu Greib, Σρι Λάνκα, Λίβανο κι άλλα ζωώδη. «Και όσο ζω μπουσουλώ με τα τέσσερα» που λέει κι ο ποιητής. «Και προς τα πίσω», συμπληρώνουμε εμείς. Χθες βράδυ, σε κρατικό κανάλι είδα μια εκπομπή περί ρατσισμού στην Αμερική. Στη Βόρεια Καρολίνα π.χ. υπάρχει ΑΚΟΜΗ ρατσισμός και γι’ αυτό ελάχιστοι μαύροι έχουν καταλάβει ηγετικές θέσεις στον αθλητισμό –προπονητές και στελέχη ομάδων- και δη στο μπάσκετ που παίζουν σχεδόν μόνο μαύροι!

Επανέρχομαι αν και δεν έφυγα καθόλου απ’ το θέμα.

Ο Γ. λοιπόν και η Π. –που δεν είχαν ποτέ ξανά ζωάκι- περιμάζεψαν το γατί. Του έβγαλαν τους ψύλλους έναν-έναν -που ήταν περισσότεροι από τις τρίχες του-, του έφεραν παρέα ένα άλλο γατάκι, του έδιναν τα φάρμακά του με βάρδιες, , το τάιζαν κοτόπουλο με ρύζι, το κοίμιζαν πάνω στην κοιλιά τους, το έβγαζαν στον κήπο να μην ξεχάσει τη μυρωδιά του χώματος. Μάλιστα, το βάφτισαν Λάζαρο. Πελώρια μάτια απορημένα για τούτο τον κόσμο, θαρρείς κλαμένα. Ο Λάζαρος μωρό ακόμη, σήμερα έφυγε. Έτσι απροετοίμαστος όπως ήρθε.

Στο καλαθάκι του άφησε ανορθόγραφο σημείωμα.
«Εφχαριστό για όλα. Μι λιπιθίτε για μένα τόρα πια.
Στον τόπο που πάο θα ιπάρχουν μόνο ζόα».

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Μελκιάδες Εστράδα

Ο Μελκιάδες Εστράδα, «βακέρο» από κούνια πέρασε άρον-άρον στην αντίπερα όχθη. Δεν κουβαλούσε τίποτα ακριβότερο από την πίστη του. Μπορεί να ’χε για προίκα ένα γεροδεμένο κορμί με οσμή ταύρου, καβαλίνας και ξεραμένου τριφυλλιού πέρα από τα σύνορα όμως δεν ήταν παρά ένας παρίας.

Ο φίλος του ήξερε από αγρίμια. Ξεχώριζε εύκολα τα επικίνδυνα από τα φοβισμένα. Είχε ρουφήξει με τα μάτια ως άλλος εμβρυουλκός όλο τον πόνο τους, την πείνα, την απόγνωση χωρίς μιλιά. Ο φίλος του, μαζί στη σκόνη, στις "λόκες", στην τεκίλα.

Έπειτα ο Μελκιάδες έφυγε. Δηλαδή τον έδιωξαν με μια σφαίρα διακοσάρα στο στέρνο κατά λάθος, ακριβώς τη ώρα που έδιωχνε ένα κογιότ με μια ίδια. Ειρωνεία ή «δικαιοσύνη των άστρων»; Ποιος ξέρει… Πάντως ο φίλος κι ο φονιάς του τον επέστρεψαν εκεί που ανήκει. Στο Χιμένες. Ο ένας από σπόντα, ο άλλος από πίστη.

Και το Χιμένες ξαναφτιάχτηκε εν μία και μόνη νυκτί… Το Χιμένες το πρώην υπαρκτό, το νυν ανύπαρκτο. Το Χιμένες αποπαίδι μιας χίμαιρας μικρούλας ξαναγεννήθηκε από τις ξερολιθιές και τα χαλάσματα. Ολομόναχο μα ανθεκτικό σαν κάκτος. Σα βαθιά φιλία.

Τρίτη, Αυγούστου 01, 2006

Ε ρε κάτι συμπτώσεις...

Και πάνω που διάβαζα ότι:

Το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας συνεδρίασε και αποφάνθη: «το ποσό του επόμενου εξοπλιστικού προγράμματος 2011-2015 το οποίο θα εκταμιευτεί είναι 15,1 δισ. Ευρώ!»
ενώ η Μαριέττα, διαρρηγνύει τα ευρύχωρα ιμάτιά της προκειμένου να πείσει ότι βάσει του νέου νομοσχεδίου δε θα συρρικνωθούν Ανώτατα και Ανώτερα Ιδρύματα ανά τη χώρα!

...πέφτω πάνω στον Αλβέρτο: «Η λιγότερο δαπανηρή άμυνα των κρατών είναι η Παιδεία».

Περί ζωολογίας, βοτανολογίας και άλλων δαιμονίων

«Το πιο ενοχλητικό ζώο για να ταΐσεις είναι η νυφίτσα», είπε ο Νίκος και χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. «Πρέπει να της κρύβεις κάθε φορά το φαγητό και μάλιστα σε διαφορετική κρυψώνα». «Βέβαια, και τα ελάφια είναι παράξενα. Πρέπει να τα κυνηγάς πολλές ώρες για να τα εντοπίσεις γιατί αν μαραθούν τα μαρούλια τους ούτε που τα ακουμπάνε». «Μια φορά ξάπλωσα γυμνός στο βρεγμένο χώμα κι έβαλα τα μαρουλόφυλλα στο στήθος μου για να πάψουν να με φοβούνται, να εξοικειωθούν. Μισούν ο,τιδήποτε τεχνητό και δήθεν. Τις προάλλες, τα πλησίασε η Φωτούλα που είχε τα νεύρα της όλη μέρα και μουρμούριζε γιατί βαριόταν να πάει στο νησί να τα ταΐσει. Δεν ξεμύτισαν καθόλου! Κρύβονταν συνέχεια πίσω από τους θάμνους, στην κορφή του λόφου κι ούτε που άγγιξαν την τροφή τους μέχρι την επομένη που ξαναπήγαμε. Δεν τα ξεγελάς με τίποτα».
«Όσο για τα φυτά μη με ρωτάς καθόλου!», είπε κατσούφικα. «Πάντα θα έχω αδυναμία στα αγκαθωτά, τα λιτά, τα άσχημα. Όσα έχουν άνθη, δεν τα χωνεύω καθόλου. Είναι πανέμορφα αλλά αισθάνομαι ότι με κοροϊδεύουν».

Εξημέρωση...

Δευτέρα, Ιουλίου 31, 2006

Μποτέρο

Ο μικρός Φερδινάνδος Μποτέρο ήξερε καλά από φουσκωμένα μάγουλα...

Ήταν γύρω στα πέντε όταν η γιαγιά του μασουλώντας φύλλα κόκας του διηγήθηκε πως ο καλός θεούλης φούσκωσε τα μάγουλα και φύσηξε την πνοή του πάνω στους πρωτόπλαστους αναπαριστώντας τον με τον πιο αστείο τρόπο. Μεσολάβησαν εκατοντάδες φουσκωμένα μπαλόνια, δεκάδες κεράκια σε τούρτες γενεθλίων και χιλιάδες μπουρμπουλήθρες με σαπουνόνερο κάθε φορά που η μάνα του έβαζε μπουγάδα. Στα 10 του, πάνω στις πιο σαχλές γυμναστικές επιδείξεις στο τέλος της χρονιάς και πάνω που ήθελε να πετάξει μακριά σαν τον Πήτερ Παν για να αποφύγει το ρεζίλεμα, ο καλός θεούλης που ήξερε από παλιά το μυστικό, του έστειλε τη σωτηρία. Μαγουλάδες! Σίγουρα δεν ήταν ό,τι πιο ευχάριστο να μην πίνει παγωμένη λεμονάδα και να μη βγαίνει στον κήπο να σφεντονίζει πουλιά για μέρες αλλά σίγουρα γλίτωσε από μια μεγάλη ντροπή! Αργότερα, σε ένα ταξίδι στις Άνδεις με τους γονείς του παρατήρησε το ίδιο φούσκωμα σε ένα Ινδιάνο που έπαιζε αυλό του Πανός και στη μικρή του εξαδέλφη που για να μάθει αν την αγαπούσε φύσηξε τον «κλέφτη» και προσπαθώντας να πιάσει όσα περισσότερα ανθάκια μπορούσε για μια πιο έγκυρη απάντηση. Από τότε που άλλαξε όλα του τα δόντια τα οποία πετούσε ανελλιπώς στα κεραμίδια, μασουλούσε πολύχρωμες τσιχλόφουσκες και τις έσκαγε στ’ αυτιά των πιο όμορφων κοριτσιών. Στα 15, συνδύασε τα φουσκωμένα μάγουλα με το Ουρί του Παραδείσου όταν για πρώτη φορά συνευρέθηκε με την Ανγκουίλα που καταβρόχθιζε αχόρταγα το ζουμερό του μόριο σα μπανάνα Τσικίτα. Στη σχολή ταυρομάχων έμαθε ότι τα φουσκωμένα μάγουλα συνδέονται και με τη μάχη για επιβίωση, πράγμα που εμπέδωσε με τα μελανιασμένα του οπίσθια όταν τον κυνήγησε ο δύστυχος ταύρος. Παράτησε τότε την ταυρομαχία διά παντός αλλά αν δε δούλευε ως αχθοφόρος στα στενάκια στη Μπογκοτά μάλλον δε θα κατάφερνε ποτέ να αγοράσει τα πρώτα του κανσόν. Τα χρωστάει αναμφισβήτητα στα αναψοκοκκινισμένα από το αγκομαχητό του μάγουλα!

Λίγα χρόνια μετά, φοιτητής πια σε ένα πανηγύρι στο Μουράνο της Ιταλίας είδε πως ζωντάνευε το φυσητό γυαλί και μαγεύτηκε για πάντα. «Η ζωή είναι φουσκωτή!» αναφώνησε όπως ο Αρχιμήδης το «Εύρηκα». «Η τέχνη μου δε θα αξίζει ούτε πέσο αν δε φουσκώνει από ζωή τόσο που να κοντεύει να σκάσει!» είπε κι αφού φούσκωσε από χαρά, άρπαξε τα πινέλα από ουρά καμήλας και ζωγράφισε την πρώτη του φουσκωτή αρένα…

Κυριακή, Ιουλίου 30, 2006

Εν Κανά...

Σήκωσε τα γερακίσια μάτια του πάνω απ΄το μεγάλο κέδρο και βρυχήθηκε, σύνθημα να πλησιάσει ο λακές. Εκείνος έβαλε το αυτί του στο στόμα που διέταζε. Μαύρο, χαώδες, σαν άνοιγμα σπηλιάς. Βρωμοκοπούσε μούχλα, ψοφίμι κι αλκόολ όπως ο πατέρας όταν έδερνε τη μάνα του.
Τον έπιασε τρέμουλο. Απ’ το φόβο; Απ’ το κρύο; Το θηριώδες στόμα εκσφενδόνιζε σάλια. Απ’ το ψύχος της ανάσας ένας σταλακτίτης σμιλεύτηκε στο λοβό του.
Οι εντολές στριμώχτηκαν στο γλοιώδικο στόμα του, έχιδνες που μύρισαν το γάλα..
"Ξαμολήστε τα τσακάλια στο πιο φτωχό χωριό. Σε όσους δεν κατάφεραν να φύγουν. Σε όσους τους πήγε κόντρα η σοδειά, ο αέρας, το χαλάζι, το λιοπύρι, σε όσους σταφίδιασαν να θρέψουν πέντε και δέκα στόματα. Σε όσους δεν έχουν αμάξι, κάρο, μηχανές και άλογα. Σε όσους δεν είχαν που να πάνε. Θέλω να ρέει κόκκινο το αίμα τους σαν κρασί γαμήλιο. Να μπήξουν τα δόντια στις σάρκες τις καρβουνιασμένες σα σε ψωμί σταρένιο. Να σπαρταρίσουν τα κορμιά τους σαν ολόφρεσκες πέστροφες. Να παίζουν τα πολυβόλα χωρίς παύση σαν μπάντα σε πανήγυρη. Να τους αποσβολώσουν οι κάνες σα μάννα εξ ουρανού σβώλο το σβώλο. Κυρίως όμως τα νήπια που καταχώνιασαν στα υπόγεια καμίνια…να τα σφάξουν όλα σαν αρνιά σε Ανάσταση. Όσα και να ’ναι. Σαράντα, πενήντα, εκατό…".

Είπε και το γέλιο του αντήχησε παντού σα σήμαντρο μητρόπολης. Αίφνης, εγένετο φως. Λες και πυροτεχνήματα γέμισαν τον ουρανό ντάλα μεσημέρι και βεγγαλικά στραφτάλιζαν πάνω απ’ το χωριό σα δρέπανα θεριστάδων. Ρουκέτες σούριζαν κι ερπύστριες γλεντοκοπούσαν σαν όρνια που βρήκαν κατακόμβη.

Και σφαγή εγένετο εν Κανά…Και μόνο ένα κοριτσάκι απέμεινε. Το ψάχνουν ακόμη...

Σάββατο, Ιουλίου 29, 2006

Σάββατο

Περήφανο Σάββατο. Σαν κοκόρι, σαν αρσενικό άλογο που χρεμετίζει μονάχο σε κάμπο μετά από μάχη. Σάββατο σα χέρι τρεμάμενο. Μελωδός από ασήμι, σε τεντωμένο σχοινί που ξέρει να αντιδρά στη μέσα μου κίνηση. Σε κάθε αναστεναγμό κελαηδά σαν κλάμα ξωτικού, σα φθινοπωρινή μπόρα.

Η γάτα με κοιτά με βλέμμα ανήξερο Σαββάτου. Δεν την αφορά σε τίποτα το υπόλοιπο της διαίρεσης της βδομάδας. Γουργουρίζει αδιάφορη. Μήπως έτσι δεν επιβιώσαν αναλλοίωτα ανά τους αιώνες τα λιθάρια; Αδιαφορία της αδιαφορίας! Τη φθονώ; Δεν τη φθονώ; Κάποτε πάντως τη μιμούμαι σε γλυκείς ρεμβασμούς αμνησίας, σε αλκοολούχες μανίες. Και τότε ξυπνά το θηρίο. Με κοιτά κατάματα, συνομωτικά, το αναγνωρίζω και απαιτώ. Δεν απαιτώ ποτέ τη ζωή σε κάτι ξένο. Τι κλεψιά! Με τάσεις κανθαριδίνης εκτοξεύομαι έξω απ’ το χρόνο. Πόσο μου αρέσει!

Και τότε μου αφηγούνται τις πιο παράφορες ιστορίες! Θυμάμαι τους Χιλιανούς πολεμιστάδες στο Μόρρο δε Αρίκα πως σκαρφάλωσαν στα απάτητα βράχια με δόσεις αγουαρδιέντε και μπαρούτι, το «μαύρο σκυλί» που δάγκωσε τον Κέρβερο. Βαρυποινίτες στη Νότιο Αμερική να φτάνουνε στην τρέλα με το «πράσινο πουλί» από αλκόολ και διαλυτικό βαφής. Στη Σιβηρία να καταπίνουν με χοντρές γουλιές οδοντόπαστα με κολόνια. Κάποτε έδωσα τον ώμο μου στο χωλό Λωτρέκ για να ξεράσει κι άλλοτε φίλησα τα μάτια του Ρεμπώ τα γυαλισμένα από το αψέντι…

Με επιστρέφουν δυο νότες και μια οικεία φωνή. Η τέχνη της γείωσης… Της πτώσης… Της σύγκρουσης… Της τριβής… σκοτώνει τους γύπες στην αρένα της αδράνειας.

Άλλωστε, το Σάββατο δεν είναι παρά μια απόφαση…

Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2006

Θέλω θέλω θέλωωω

Και μετά από ένα δροσιστικό δοκιμαστικό, φύγαμε για την ψυχρολουσία...

Πριν μπει ο Αύγουστος θέλω όλα να είναι τακτοποιημένα και τέλεια! Απεχθάνομαι το χάος αν και του έχω αδυναμία. Του έχω και μου έχω. Αν ήμουν μάγκας θα του δινόμουν ολόψυχα κι όχι με μικροαστικές κουτσουλιές. Απλά φοβάμαι. Κι αδιαφορώ. Κι όταν φοβάμαι και αδιαφορώ μαζί τι μας κάνει; Το θέλω. Κυρίαρχος του σύμπαντος. Της κίνησης. Μερικές φορές χωρίς λόγο. Μερικές φορές ηροστράτια μανία. Σάμπως ο Νέρων; Λίγο θέλει να γίνεις Νέρων αν δεν είσαι λίγος; Ουδόλως! Όοσ για μένα παραμένω στην τάξη μου των εκλεκτών αγανακτισμένων χέστηδων. Θέλω θέλω θέλωωω!!!!! που λέει κι η θείτσα στο Γαργαληστή του Μπασλάμ!

Αν ήμουν παιδί θα ήταν πιο εύκολα! Μερικές χρωματιστές μπομπονέλες, μερικά μπαλόνια που θα τρυπήσω με καρφίτσα στη μούρη μερικών-μερικών, μερικές μπουρμπουλήθρες με το άβα της μαμάς και καμιά πορτοκαλάδα ΕΨΑ σε καφενείο κυκλαδίτικου νησιού. Θα 'θελα πυργάκια, κουβαδάκια κι αστερίες. Παγωτό γρανίτα σε σινεμά με κινούμενα σχέδια και κανένα καπέλο ή αντηλιακό την ώρα που διασκεδάζω μαζεύοντας κοχύλια...

Ας πέσουμε με τα γεμάτα κυτταρίτιδα οπίσθια. Πάλι καλά! Μαλακά μαλακά σαν καπιτονέ μαξιλάρα φοιτητικού δώματος, λίγο προς το ζαχαρί ελλείψη τανίνης!
Δεν έχω τίποτα. Μια μικρή θερινή αμφιθυμία. Μια ζογκλερίστικη διάθεση ατάλαντου ήρωα τραγωδίας. Η αστυνομία των μπλόγκερς μόλις με έπιασε επ' αυτοφόρω την ώρα που θα έγραφα ένα περιποιημένο μου ψέμα. Ας είναι. Μπορώ να τα καταφέρω και χωρίς αυτό. Προς το παρόν!

Και συνεχίζω ειλικρινής και απτόητη... Το πανδαιμόνιο στο Λίβανο μου θυμίζει μια φίλη που είχα μικρή και μια νοσταλγία καλοκαιριού νεότητας τότε που τραγουδούσα το "Φειρούζ" "...του Λιβάνου οι μαύροι κέδροι...". Γενικώς, όσα έφυγαν ανεπιστρεπτί. Η νιότη, η αθωότητα, η τσίπα.
Η μικρή μου φίλη που τώρα όχι μόνο μεγάλωσε αλλά μετοίκησε στην Ελλάδα γιατί βομβάρδισαν τη γειτονιά της, ήταν μια σοκολατένια μικρή καλλονή, με λακάκια στα μάγουλα, πάντα γελαστή και γαλαντόμα -μου είχε χαρίσει μερικές κούκλες κι άλλα παιχνιδάκια κι ο μπαμπάς της είχε φέρει δώρο στη μαμά μου ένα κεχριμπαρένιο κολλιέ που ακόμη φοράω- είχε πολλά καλούδια μικρή στο Λίβανο, μια τεράστια αυλή με τριαντάφυλλα, δυο γονείς ευτυχισμένους που την είχαν σαν πριγκηπέσσα και μια χώρα από τις ομορφότερες της Μεσογείου.

Έπειτα ήρθαν οι χαλεποί καιροί...Εκτός από την εφηβεία, τον εμφύλιο και την πρώτη ερωτική απογοήτευση, της έλαχε ο σύριος "φερετζές" σε ό,τι έκανε. Στις δουλειές, στις σχέσεις, στις κουβέντες, στις παρέες της που μπήκε μέσα ο χαφιές -καλά λέει η Βιτάλη" κάθε σπίτι οχυρό κι ένας μπράβος στην πόρτα και οι φίλοι κι αυτοί μακρινοί"... Προτεκτοράτο μιας άλλης, ο Λίβανος είχε αρχίσει καιρό να ρημαδιάζεται, να σαρακοτρώγεται σαν το τελευταίο ζων μηλαράκι του δέντρου της Μεγαλομηλιάς της Μέσης Ανατολής. Η φίλη μου δεν άλλαξε. Δεν πονήρεψε. Δε σκάβει λάκκους. Αυτά τα κάνει το εβραιοθρεμμένο πιθηκάκι της Αμερικής με τη φιλενάδα του την Κοντολίζα. Η φίλη μου περιμένει. Συνήθως τον πάτο όπως οι περισσότεροι. Τώρα περιμένει ένα μωρό. Στη χειρότερη θα γίνει ελληνάκι. Αμερικανάκι θα γίνει ούτως ή άλλως. Όπως και όλη η λεκάνη. Προς το παρόν παραμένει μεσογειακή. Στο μέλλον λεκάνη πως λέμε moda bagno...χέστρα πολυτελείας.
Δεν έχει άδικο ο Νασράλα. Είναι όμως λίγος. Έχει δίκιο η Λουκία. Δεν υπάρχουν ηγέτες. Μέγα κενό. Από τα ολότελα, όμως... Από την άλλη, το τρομολαγνικό σούσουρο δίνει και παίρνει. Οι ντόμπροι πολεμιστάδες...παλιά... που λεν και τα φαντάρια... Αυτό το ΧΗΜΑ το ρημάδι κανείς δεν ξέρει και όλοι θα ήθελαν ως ισραηλινών συμφερόντων κάποιος να άναψε το φιτίλι, έτσι για να εκτονωθεί το γαμώτο της παράνοιας κι η ανάπηρη στα σημεία ιστορία που μας θέλει στην μπάντα των αδικημένων. Κατά τα άλλα, προς το παρόν ας αναπνεύσουμε τις αζωτούχες στάχτες των καμμένων σημαιών και ελαχίστων λαστιχένιων παπουτσιών που βημάτισαν μέχρι τη Μαραθωνοδρόμων κι ας βουλιάξουμε στο habitat καναπέ μας... Φοβάμαι ότι οι υπογραφές και οι πορείες είναι ένα τίποτα μπροστά στον έλεγχο των πετρελαίων και στις συμφωνίες που κλείνουν οι μεγαλοκαρχαρίες μας με τη Συρία -βλέπε Ασπροφος κι Ελληνικά πετρέλαια- όχι για να μην κοροιδευόμαστε τελείως. Μου αρέσει που ενδέχεται να στείλουμε και ειρηνευτική δύναμη "υπό προυποθέσεις". Όσο για τα διπλανά τουρκάκια πρωθυπουργάκια, πατάνε επί λιβανοπτωμάτων για να ροκανίσουν τα τελευταία ξυπόλητα κουρδάκια. Τα υποκοριστικά χρέωσέ τα στα πιόνια του στρατέγκο, της σκακιέρας. Εσύ τι είσαι; Πιονάκι; Εσύ; Τρελός; Ο άλλος εκεί; Άλογο; Και για να επανέλθω στη λεκάνη, γενικώς αφοδεύστε εσωτερικώς -για να παραμείνω και κόσμια-. Τώρα που δεν έχω πιει ακόμη μου είναι πιο εύκολο να ελέγξω τις βωμολοχίες μου!
Βραδιάζει! Λέω να αρχίσω τα ταχυδακτυλουργικά μπας και πιάσει το γνωστό κολπάκι του Κόπερφιλντ. Να κλείσω τα μάτια, να φυσήξω και να μην υπάρχει παρά ένα λευκό μαντήλι ανακωχής να κυματίζει μέσα κι έξω. Malo porque quieres που λέει κι η Bebe κι είναι φιλοσοφικά ό,τι λιγότερο μπεμπέ έχω ακούσει. Πολεμόχαρα τα θέλω. Πολεμόχαρα και "άδωνα" -απ' τον Άδωνη και Άδη μαζί, βλέπε Blake και το Μπλάνα το μεταφραστή του.

Μαϊντανός χλωρός!



Επιτέλους, ένα ολόφρεσκο σα χυμός αγγουριού μπλογκ ολόδικό μου! Πράσινο σαν τη φλούδα καρπουζιού και το φρεσκοκομμένο γρασίδι! Έχεις παρατηρήσει ότι μυρίζουν ολόιδια; Κάθε φορά που βγαίνω από το σπίτι και ο δήμος κουρεύει το γκαζόν της απέναντι νησίδας, είναι η καλύτερή μου! Για ντάλα καλοκαίρι ό,τι πρέπει!